Η ελληνική οικονομία ξεκινά τον νέο χρόνο με θετικούς οιωνούς έχοντας να επιδείξει: α) ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης συνοδευόμενους από σημαντική βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας, β) εντυπωσιακές δημοσιονομικές επιδόσεις, οι οποίες επισφραγίστηκαν με την ταχεία μείωση του λόγου δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ και αλλεπάλληλες αναβαθμίσεις του αξιόχρεου της χώρας, γ) ισχυρές επιχειρηματικές επιδόσεις τόσο σε μακροοικονομικούς όρους (ανάκαμψη κύκλου εργασιών και κερδοφορίας σε προ κρίσης επίπεδα) όσο και σε κλαδικό επίπεδο, με αυξανόμενο τον ρόλο της μεταποίησης στη συνολική δραστηριότητα, καθώς και διάχυση της ανάκαμψης σε άλλους τομείς της δραστηριότητας πέραν του τουρισμού, δ) σημαντική υπεραπόδοση των ελληνικών μετοχών και των κρατικών ομολόγων, με τις πρώτες να κατατάσσονται εκ των κορυφαίων παγκοσμίως όσον αφορά τις σωρευτικές αποδόσεις τους την τελευταία τριετία, με τις τραπεζικές μετοχές να πρωταγωνιστούν.

Παρά την ενθαρρυντική αυτή εικόνα, η οποία αναμένεται να ενισχυθεί από τη διοχέτευση στην πραγματική οικονομία σημαντικού τμήματος των πόρων του ΤΑΑ, οι ανησυχίες για τη μεσοπρόθεσμη δυναμική της οικονομίας παραμένουν.

Σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες συνεχίζουν να αποθαρρύνουν επενδύσεις σε κλάδους έντασης έρευνας και τεχνολογίας, αποδυναμώνοντας την εγχώρια αλυσίδα αξίας και τη συνολική παραγωγικότητα. Αντιστοίχως, παραμένει υψηλό το «διαρθρωτικό έλλειμμα» στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η ορθή, αποτελεσματική και διαφανής χρήση των πόρων σε όλα τα επίπεδα της κρατικής λειτουργίας γίνεται ακόμα πιο επιτακτική, καθώς η περίοδος αφθονίας εξωτερικής, πολύ χαμηλού κόστους, χρηματοδότησης προς διοχέτευση στην πραγματική οικονομία πλησιάζει στο τέλος της. Επίσης προσεγγίζουμε τα χρονικά ορόσημα για αποτίμηση της αξιοποίησης του ΤΑΑ και του τελικού του αποτυπώματος στην τροχιά της οικονομίας.

Παράλληλα, οι ανάγκες για πρόσθετες εθνικά χρηματοδοτούμενες δαπάνες σε υγεία, παιδεία, ενεργειακή και ψηφιακή αποτελεσματικότητα και λοιπές υποδομές δημιουργούν νέες προτεραιότητες. Απαιτείται επίσης ωρίμανση της επιχειρηματικότητας, η οποία συνεχίζει να επιζητεί εγγυήσεις και άλλες μεθόδους διαμοιρασμού του κινδύνου, μέσω κρατικών παρεμβάσεων, και να παραμένει εθισμένη σε «ασφαλή» επενδυτικά στοιχήματα και πεδία με επαρκή διοχέτευση κρατικών πόρων. Τα επόμενα χρόνια πρέπει όλοι να εξοικειωθούμε με το γεγονός ότι ο ρόλος του κράτους στην απορρόφηση κραδασμών τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και στην ΕΕ θα ελαχιστοποιηθεί, με τη στόχευσή του να μετατίθεται στην κοινωνική πολιτική και σε μεμονωμένες στρατηγικές παρεμβάσεις.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αξιοποίησε τη σημαντική βελτίωση των οικονομικών συνθηκών και τις επιτυχημένες πολιτικές για επιτάχυνση της εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών και έχει ήδη καταφέρει να υπερβαίνει τα τελευταία χρόνια συστηματικά τους φιλόδοξους στόχους για εκταμιεύσεις δανείων, ενώ υλοποιεί αξιόλογες επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο. Επειτα από πολυετή συρρίκνωση έχει εισέλθει σε περίοδο εσωτερικής και διεθνούς επέκτασης και διαφοροποίησης, ενώ με την ισχυρή κεφαλαιακή του θέση και ρευστότητα διεκδικεί ακόμα πιο σημαντικό ρόλο μεσοπρόθεσμα στον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, την ωρίμανση της εγχώριας επιχειρηματικότητας αλλά και την ενίσχυση της εξωστρέφειάς της.

Ο Νίκος Μαγγίνας είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Εθνικής Τράπεζας

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.