Το διπλωματικό αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή προκαλούν τεκτονικές διεργασίες με την Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη να υιοθετούν στρατηγικές οικονομικής και στρατιωτικής πίεσης που επηρεάζουν άμεσα τη διεθνή ασφάλεια και τις παγκόσμιες αγορές.
Διαβάστε ακόμα: Στενά του Ορμούζ: «Δεν είναι πια πόλεμος επιλογής αλλά αναγκαιότητας»
Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν την εφαρμογή του ναυτικού αποκλεισμού, το Ιράν επιχειρεί να αξιοποιήσει τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ επιβάλλοντας τέλη διέλευσης στα εμπορικά πλοία, μια κίνηση που μεταφέρει το κέντρο βάρους της σύγκρουσης από το διπλωματικό πεδίο στον τομέα των διεθνών θαλάσσιων μεταφορών και της ενέργειας.
«Πήραμε χρήματα»
Η Τεχεράνη φαίνεται πως βρήκε έναν τρόπο να εργαλειοποιήσει τον έλεγχο της στρατηγικής αυτής διόδου, με τον αντιπρόεδρο του ιρανικού κοινοβουλίου, Χαμιντρέζα Χατζί Μπαμπαέι, να ανακοινώνει ότι τα πρώτα έσοδα από τα τέλη διέλευσης έχουν ήδη κατατεθεί στην Κεντρική Τράπεζα της χώρας.
Το Ιράν, το οποίο έχει περιορίσει δραστικά την κίνηση στα Στενά από τον περασμένο Φεβρουάριο, υποστηρίζει ότι η είσπραξη αυτών των ποσών αποτελεί νόμιμο δικαίωμά του για την κυριαρχία επί των 2.000 χιλιομέτρων ακτογραμμής του.
Πειρατεία
Την ίδια στιγμή, οι Ιρανοί αξιωματούχοι χαρακτηρίζουν «πειρατεία» κάθε προσπάθεια του αμερικανικού ναυτικού να αναχαιτίσει πλοία.
Η απάντηση της κυβέρνησης Τραμπ υπήρξε άμεση και εξαιρετικά σκληρή. Το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) εξέδωσε επείγουσα προειδοποίηση προς την παγκόσμια ναυτιλία: οποιαδήποτε εταιρεία υποκύψει στον εκβιασμό της Τεχεράνης και πληρώσει για «ασφαλή διέλευση», θα αντιμετωπίσει την πλήρη ισχύ των αμερικανικών κυρώσεων.
Η απαγόρευση καλύπτει κάθε πιθανό τρόπο πληρωμής, από μετρητά και ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία μέχρι «ανεπίσημες ανταλλαγές» ή δήθεν φιλανθρωπικές δωρεές σε πρεσβείες.
Οι πλοιοκτήτες βρίσκονται πλέον εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην απειλή της ιρανικής κατάσχεσης και τον κίνδυνο του οικονομικού θανάτου από την Ουάσινγκτον, καθώς το OFAC ξεκαθάρισε πως οι κίνδυνοι αφορούν κάθε σκάφος που προσεγγίζει ιρανικά λιμάνια.
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο με τους Ευρωπαίους συμμάχους του.
Η εντολή για την απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία —μια μείωση της τάξης του 15%— ήρθε ως άμεση απάντηση στις επικρίσεις του Καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος είχε δηλώσει πως το Ιράν «ταπεινώνει» τις ΗΠΑ στις διαπραγματεύσεις.
Η απόφαση έκανε ορισμένα μεγάλα διεθνή ΜΜΕ, όπως τους Ne΄λα διεθνλήαυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση αναλυτών όπως ο David Sanger των New York Times, ο οποίος υποστήριξε ότι η αποδυνάμωση της αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη αποτελεί ένα ανέλπιστο δώρο για τον Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος βλέπει τις ρωγμές στο ΝΑΤΟ να μεγαλώνουν.
Ενεργειακή ασφυξία: Η Ευρώπη και ο κόσμος σε «τεχνητή έλλειψη»
Ενώ όμως οι δύο πλευρές επιδίδονται σε αυτή την επικίνδυνη «σκιαμαχία» (shadowboxing), ο πλανήτης βιώνει τις συνέπειες μιας «τεχνητής έλλειψης» πετρελαίου που απειλεί την παγκόσμια σταθερότητα.
Η Ευρώπη, εξαρτημένη σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές μέσω του Κόλπου, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δραματική μείωση των αποθεμάτων της.
Η τιμή του Brent έχει σταθεροποιηθεί πάνω από τα $125 το βαρέλι, καθώς οι αναλυτές προειδοποιούν ότι ο ναυτικός αποκλεισμός εμποδίζει τη ροή εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως προς τα ευρωπαϊκά λιμάνια.
Αυξήσεις φωτιά
Η έλλειψη αυτή έχει ήδη μεταφραστεί σε αυξήσεις-φωτιά στις αντλίες των πρατηρίων, με το κόστος μεταφοράς να εκτοξεύει τις τιμές των τροφίμων, πιέζοντας τους καταναλωτές παγκοσμίως και τροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο πληθωρισμού που οι κεντρικές τράπεζες δυσκολεύονται να ελέγξουν.
Στην Ασία και την Ευρώπη, οι κυβερνήσεις scramble (τρέχουν) να προετοιμαστούν για επιπλέον σοκ, καθώς η «άνεση» της Τεχεράνης με ένα παρατεταμένο αδιέξοδο (stalemate) δείχνει ότι η κρίση δεν θα λήξει σύντομα.
Ο Τραμπ δηλώνει πως «δεν βιάζεται» (no rush), παρά το γεγονός ότι ο ναυτικός αποκλεισμός ασκεί τεράστια πίεση στην εφοδιαστική αλυσίδα. Οι αναλυτές εκτιμούν πως το κόστος για την παγκόσμια οικονομία από αυτή την «αναμονή» είναι δυσβάσταχτο, με τις χώρες που δεν επέλεξαν αυτόν τον πόλεμο να καλούνται να πληρώσουν το βαρύτερο τίμημα.