Στο τομίδιο «Περί των Ελευσινίων Μυστηρίων», που κυκλοφορεί σε μετάφραση και σημειώσεις της Αικατερίνης-Ηλιάνας Ρασσιά από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, ο αναγνώστης αποκτά μια σφαιρική εικόνα για το πώς πέρασαν τα Μυστήρια της Ελευσίνας μέσα στην Ιστορία.
Η πρώτη αναφορά στη μυθολογική προέλευση των Ελευσινίων Μυστηρίων βρίσκεται στον Ομηρικό ύμνο προς τη Δήμητρα, που χρονολογείται μεταξύ 650 και 550 π.Χ. Εκεί διαβάζουμε, εκτός άλλων:
«Κι η Ρέα με τον λαμπρό πέπλο τής είπε (της Δήμητρας) τα εξής: “Έλα εδώ, παιδί μου. Ο βροντερός Δίας που βλέπει μακριά σε καλεί να έρθεις στην οικογένεια των θεών, και υποσχέθηκε τιμές να σου δώσει, όποιες εσύ θα ήθελες ανάμεσα στους αθάνατους θεούς. Έδωσε την έγκρισή του να πηγαίνει η κόρη σου για το ένα τρίτο του χρόνου στο ομιχλώδες σκοτάδι, ενώ τα άλλα δύο τρίτα να τα περνά κοντά σ’ εσένα και τους άλλους αθανάτους».
«Χορεύει το φεγγάρι»
Στην περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου ο Ευριπίδης θέλοντας να δικαιολογήσει την αθηναϊκή ηγεμονία στο Αιγαίο προσπάθησε να παρουσιάσει τους αθηναίους ως μοναδικούς απογόνους μιας θεϊκής γενιάς και κληρονόμους της γης που βρέχεται από το Αιγαίο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, σημειώνει η Αικατερίνη-Ηλιάν Ρασσιά (μετά την κατατοπιστική εισαγωγή της) εντάσσεται ένα χωρίο από τον «Ίωνα» (1074-1085), το οποίο αναφέρεται σε μια από τις ιερότερες στιγμές των Μυστηρίων: «Ντρέπομαι τον πολυδόξαστο θεό (Ίακχο), μήπως εκεί στην Καλλίχορο πηγή (στην Ελευσίνα), δει μες στην αγρύπνια του τους νυχτερινούς πυρσούς στις 20 του μήνα, τότε που μέχρι και ο έναστρος ουρανός του Δία συμμετέχει στον χορό, χορεύει και το φεγγάρι, χορεύουν και οι πενήντα κόρες του Νηρέα […] προς τιμήν της χρυσοστεφανωμένης Κόρης και της σεβαστής μητέρας της».
Μύηση με το αζημίωτο
Είναι πάντοτε συναρπαστική η αναζήτηση «πίσω από τις γραμμές» για τα πραγματολογικά στοιχεία της εποχής. Αυτό αποδεικνύει και το χωρίο από την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, όπου φαίνεται ότι η μύηση στα Ελευσίνια μυστήρια δεν ήταν δωρεάν, όπως σημειώνει η συγγραφέας – δρ. Αρχαίας Ιστορίας:
Τρυγαίος: Δηλαδή τώρα είναι σίγουρο ότι θα πεθάνω;
Ερμής: Σιγουρότατο!
Τρυγαίος: Δάνεισέ μου λοιπόν τρεις δραχμές ν’ αγοράσω ένα γουρουνάκι·πρέπει να μυηθώ πριν πεθάνω
Η μυσταγωγία η πιο ευλογημένη
Στον «Φαίδρο» ο Πλάτων συγκρίνει τη μύηση στα Μυστήρια με την επαφή των ασώματων ψυχών στον κόσμο των Ιδεών και ειδικότερα με τις εικόνες ομορφιάς τις οποίες μερικές ψυχές ανακαλούν: «Τότε μπορούσε να αντικρίσει κανείς το κάλλος… όταν τελούσαμε τη μυσταγωγία που είναι δίκαιο να ονομάζεται η πιο ευλογημένη (από τις ιερές τελετές) και την οποία γιορτάζαμε με όλο μας το είναι, χωρίς να μας ταλαιπωρούν όσες κακοτοπιές μας βρήκαν στη συνέχεια. Και μυούμασταν στα ολιστικά, ξέγνοιαστα, ατάραχα και ευτυχισμένα οράματα, τα οποία παρακολουθούσαμε ως μύστες και επόπτες μέσα σε ένα καθαρό φως, όντας οι ίδιοι καθαροί και χωρίς να εγκλωβιζόμαστε από αυτό που τώρα περιφέρουμε μαζί μας και το ονομάζουμε σώμα, και με το οποίο είμαστε δεμένοι όπως το στρείδι με το όστρακό του».
Ποτέ σαν τον Δία
Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός στηλιτεύει τις δοξασίες των ειδωλολατρών, ανάμεσα στις οποίες ήταν και τα Ελευσίνια μυστήρια, στην περικοπή «Εις τα άγια Φώτα». Κι έτσι φαίνεται η αντίδραση του χριστιανικού κόσμου που παίρνει τη σκυτάλη στην Ιστορία: «Αυτά (δηλαδή τα μυστήρια της χριστιανικής πίστης) δεν είναι τα γεννητούρια και οι απάτες του Δία, του βασιλιά των Κρητών (κι ας δυσαρεστούνται οι εθνικοί). Ούτε είναι οι αλαλαγμοί των Κουρητών και οι κρότοι και οι ένοπλοι χοροί, που καλύπτουν τη φωνή του κλαίοντος Θεού… Ούτε κάποια κοπέλα απάγεται ανάμεσά μας, ούτε η Δήμητρα περιπλανιέται και φέρνει μαζί της διάφορους Κελεούς και Τριπτόλεμους και δράκους, ούτε οτιδήποτε άλλο αυτή κάνει η υφίσταται. (Το λέω έτσι) διότι στο φως της μέρας ντρέπομαι να περιγράψω όσα τελούνται στη νυχτερινή μύηση και να εμφανίζω ως μυστήριο την ανηθικότητα. Τα ξέρει αυτά όλη η Ελευσίνα και όσοι συμμετέχουν σ’ αυτά τα απόρρητα, που όντως είναι άξια αποσιώπησης».
Η κάθαρση των οφθαλμών
Η αφήγηση ενός τυφλού που θεραπεύτηκε κατά τη διάρκεια των Μυστηρίων καταγράφεται στην «Παλατινή ανθολογία» υπό τη μορφή επιγράμματος που συνέθεσε ο Αντίφιλος ο Βυζάντιος, ο οποίος έζησε την εποχή του Αυγούστου (63π.Χ – 14μ.Χ) και Τιβερίου (42 π.Χ – 37 μ.Χ): «Το ραβδί μου με οδήγησε στον ναό, εμένα τον αμύητο, όχι μόνο στα μυστήρια αλλά και στο φως του ήλιου. Οι θεές με μύησαν και στα δύο, και ξέρω ότι εκείνη τη νύχτα καθάρθηκα και από το σκοτάδι στα μάτια μου. Χωρίς ραβδί πλέον κατέβηκα στην πόλη και διακήρυξα τις τελετές της Δήμητρας πιο εκκωφαντικά με τα μάτια μου παρά με τη φωνή μου».
Σημείωση: στην κεντρική φωτογραφία, αναθηματικό ανάγλυφο. Η Δήμητρα και η Περσεφόνη, περ. 480 π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ελευσίνας.