Τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε προσπαθώντας να σωθεί από την πύρινη κόλαση στο κλαμπ του Κραν Μοντανά, βλέποντας συναδέρφους της και πελάτες νεαρά παιδιά να καίγονται ζωντανά, περιέγραψε στο BFMTV η 25χρονη Λουίζ, η μοναδική υπάλληλος που κατάφερε να σωθεί.
Η Γαλλίδα ήταν η πρώτη υπάλληλος του κλαμπ Le Constellation που έδωσε συνέντευξη στον γαλλικό ειδησεογραφικό σταθμό και ομολόγησε ότι από τότε δυσκολεύεται να κοιμηθεί. «Βλέπω συνεχώς τα πρόσωπα των νεκρών, των ανθρώπων που δούλευα, τους οποίους αναγνώριζα έξω, καμένα. Η μυρωδιά παραμένει στη μύτη μου» είπε. Η ίδια υποστηρίζει ότι δεν έχει καμία σχέση με το ζεύγος Μορέττι και πως ξεκίνησε να δουλεύει στο μπαρ στις 11 Δεκεμβρίου.
Μιλώντας για το ξέσπασμα της φονικής πυρκαγιάς, είπε ότι τα μπουκάλια με τα βεγγαλικά προορίζονταν για νέους, που κάθονταν στα δεξιά καθώς κατέβαινες τις σκάλες. «Ήταν η παρέα που είχε κάνει κράτηση για τα περισσότερα μπουκάλια», αφηγείται η Λουίζ. Πιθανώς περιμένοντας περισσότερα άτομα, η παρέα είχε ζητήσει από τον σερβιτόρο να περιμένει λίγο, πριν τα φέρει στο τραπέζι και γύρω στη 1:10 π.μ., «ένα από τα αγόρια με φώναξε και μου είπε: “Ήρθε η ώρα, θα τα στείλουμε όλα έξω”».
Έτσι, οι υπάλληλοι πήραν θέσεις, σύμφωνα με ένα καλά καθορισμένο σχέδιο. «Η Τζέσικα (Μορέττι) με έστειλε στο γραφείο για να πάρω στολές, για να προετοιμαστώ για την αποστολή των μπουκαλιών». «Είχαμε αποφασίσει να στείλουμε όλα τα μπουκάλια ταυτόχρονα, περίπου δώδεκα μπουκάλια». Φορούν τις στολές τους, κυρίως μάσκες, ανάβουν όλα τα κεριά «ταυτόχρονα», βάζουν μουσική που τους ζητούν οι πελάτες και περιφέρονται στο κλαμπ, καταλήγοντας στα τραπέζια των πελατών. «Νομίζω ότι ήμασταν επτά ή οκτώ άτομα σε αυτή τη στήλη με τα μπουκάλια». Σε αυτή τη στήλη, υπήρχαν μάλιστα «τουλάχιστον δύο πελάτες» που τους βοηθούσαν.
Η Κιάν είναι μπροστά. «Είχε προηγουμένως καθίσει στους ώμους του Ματιέ, όπως είχε κάνει και πριν, κυρίως μια εβδομάδα νωρίτερα», λέει η Λουίζ. Όταν φτάνουν στο τραπέζι όλα αλλάζουν, «όλοι είναι μεταμφιεσμένοι. Η Κιάν έχει κράνος στο κεφάλι της, ο Ματιέ έχει και μάσκα. Ίσως το οπτικό τους πεδίο… Εκείνη τη στιγμή, δεν ήξερα ότι είχε ξεκινήσει η φωτιά. Την είδα αργότερα σε βίντεο».
Σε κάθε περίπτωση, για τη Λουίζ ο χρόνος που χάθηκε για να συνειδητοποιήσει ότι η φωτιά εξαπλωνόταν ήταν κρίσιμος. «Σε αυτά τα βίντεο, μπορείτε να δείτε καθαρά ότι η φωτιά ξεκίνησε μόλις φύγαμε με τα μπουκάλια. Χάσαμε μεταξύ 30 και 35 δευτερολέπτων. Με τη μουσική να παίζει, ο κόσμος δεν φώναζε «φωτιά». Είχαμε γυρίσει την πλάτη μας και δεν μπορούσαμε να δούμε τη φωτιά. Συνεχίσαμε».
Όταν η Λουίζ βλέπει μια κίνηση πλήθους και αντιλαμβάνεται τη φωτιά, είναι πολύ αργά: «Αναρωτιόμουν αν είχα χρόνο να πάω πίσω από το μπαρ να πάρω έναν κουβά νερό, αλλά ήταν πολύ αργά, όλα είχαν ήδη καεί». Μόλις που προλαβαίνει να φωνάξει «Όλοι έξω, θα εκραγεί!» και φεύγει. Η Λουίζ είναι πολύ τυχερή. Καταφέρνει να βγει, λίγο πολύ, από την κύρια πόρτα ανάμεσα στις πρώτες, προτού το μπαρ τυλιχθεί ολοσχερώς στις φλόγες.
Έξω, επικρατούσε χάος. «Είχα την εντύπωση ότι οι πυροσβέστες άργησαν πολύ να φτάσουν». «Υπήρχαν θύματα εγκαυμάτων παντού, και η μυρωδιά… Ήταν φρικτή». «Προσπαθώ να βοηθήσω άλλους, να βοηθήσω μερικούς ανθρώπους. Μου δίνουν λεκάνες με νερό, πυροσβεστήρες. Όλοι φωνάζουν. Κάνουμε τα πάντα», θυμάται η Λουίζ, και μετά βρήκε έναν τραυματισμένο φίλο της και τον πήγε στα επείγοντα στο Σιόν.
Όταν ρωτήθηκε για τα μέτρα ασφαλείας, η Λουίζ έδωσε στους ερευνητές σύντομες απαντήσεις. Ερωτηθείσα αν είχε οδηγίες σε περίπτωση πυρκαγιάς, κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Σε ερώτηση αν υπήρχαν πυροσβεστήρες στο κλαμπ, απάντησε «νομίζω ότι υπάρχει ένας στο μπαρ του επάνω ορόφου. Στο κάτω όροφο, δεν ξέρω.» Όσο για τις εξόδους κινδύνου, η Λουίζ μπέρδεψε την πόρτα εξυπηρέτησης με έξοδο κινδύνου.
Ακόμη, σε ερώτηση αν είχε οδηγίες σχετικά με τη χρήση βεγγαλικών, απάντησε: «Δεν μου είπαν ποτέ τίποτα γι’ αυτό». Ερωτηθείσα αν είχε δει ποτέ υπαλλήλους να σκαρφαλώνουν ο ένας στον ώμο του άλλου για να κουβαλούν μπουκάλια που περιείχαν κεριά, είπε ότι το είχε δει δύο φορές σε λιγότερο από ένα μήνα εργασίας.