Τα στοιχεία του αναμορφωμένου ισολογισμού της Folli Follie για το 2017 που δημοσιεύτηκαν στην αρχή της εβδομάδας ήταν σοκαριστικά και αποτύπωσαν το μέγεθος της μεγαλύτερης χρηματιστηριακής απάτης στην Ελλάδα μέσω των παραποιημένων οικονομικών μεγεθών. Γι’ αυτό άλλωστε και η PwC στο πιστοποιητικό της εκφράζει αβεβαιότητα για τη συνέχιση της ομαλής λειτουργίας της εταιρείας.

Ακόμη πιο σοκαριστικό όμως είναι το γεγονός ότι 14 μήνες μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, η εταιρεία εξακολουθεί να λειτουργεί με αδιαφανείς διαδικασίες, χωρίς κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης. Ο ελεγκτής PwC ρωτούσε για να επιβεβαιώσει στοιχεία, αλλά απαντήσεις δεν έπαιρνε και περιορίστηκε σε πολλές από τις παρατηρήσεις του σε υποθέσεις. Επίσης, και η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης έχει καθυστερήσει, αφού δεν έχει ξεκινήσει ακόμη η ανακριτική διαδικασία.

Στην ετήσια έκθεση του Διοικητικού Συμβουλίου αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η διοίκηση της εταιρείας δεν κατόρθωσε να συντάξει αναμορφωμένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της χρήσεως 2017 της εταιρείας και του ομίλου, που να ανταποκρίνονται πλήρως με τα υιοθετηθέντα από την ΕΕ Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα» και αιτιολογεί αυτή την κατάσταση πως «λόγω της αποχώρησης πολλών στελεχών του ομίλου στο διάστημα Μάιος 2018 – Δεκέμβριος 2019, σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να εξευρεθούν αξιόπιστα στοιχεία». Την ίδια ώρα η οικογένεια Κουτσολιούτσου έχει καθημερινή ενασχόληση με την εταιρεία και δημιουργεί προσκόμματα στην εξεύρεση οποιασδήποτε λύσης. Στη ίδια έκθεση, το ΔΣ παραδέχεται ότι ακόμη δεν έχει αποκαταστήσει το σύστημα ελέγχου και παρακολούθησης των θυγατρικών εταιρειών του ομίλου.

Σε μια ύστατη προσπάθεια να αποφευχθεί η άτακτη πτώχευση, η εταιρεία εκπόνησε ένα νέο σχέδιο εξυγίανσης, αλλά η αδυναμία εξεύρεσης στρατηγικού επενδυτή δυσκολεύει την επιτυχία του εγχειρήματος.

Η αναμορφωμένη λογιστική κατάσταση του 2017 καταγράφει ενοποιημένο τζίρο 359,2 εκατ. ευρώ. Τα EBITDA είναι αρνητικά κατά 75,6 εκατ. ευρώ και οι καθαρές ζημίες ξεπερνούν τα 136 εκατ. ευρώ. Το σύνολο των βραχυπρόθεσμων δανείων ανέρχεται σε 663 εκατ. ευρώ και το σύνολο του ενεργητικού σε 794,6 εκατ. ευρώ. Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της απάτης, τα δημοσιευμένα στοιχεία της εταιρείας για το 2017 ήταν ενοποιημένος τζίρος 1,41 δισ., EBITDA 294,8 εκατ. ευρώ, καθαρά κέρδη 216,8 εκατ. ευρώ, βραχυπρόθεσμα δάνεια 302 εκατ. ευρώ και σύνολο περιουσιακών στοιχείων 2,77 δισ. ευρώ.

«Στο παρόν στάδιο υφίσταται ουσιώδης αβεβαιότητα που εγείρει σημαντική αμφιβολία για την ικανότητα της εταιρείας και του ομίλου να συνεχίσουν απρόσκοπτα τις δραστηριότητές τους. Εάν τα στοιχεία του ενεργητικού και των υποχρεώσεων είχαν επιμετρηθεί με βάση τις ρευστοποιήσιμες αξίες τους, εκτιμούμε ότι αυτό θα είχε σημαντική επίδραση στη χρηματοοικονομική κατάσταση και στα αποτελέσματα της εταιρείας και του ομίλου» αναφέρει στην έκθεσή της η PwC.

Τα λαβράκια της έκθεσης

Η PwC παραθέτει 20 παρατηρήσεις επί του αναμορφωμένου ισολογισμού, εκ των οποίων τέσσερις παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δείχνουν πως και την τελευταία στιγμή η εταιρεία και οι απλοί εργαζόμενοι έπεσαν θύματα επιτηδείων: Πρώτον, ο Δημήτρης Κουτσολιούτσος ζητεί πίσω 43,9 εκατ. δολάρια ισχυριζόμενος ότι είχε χορηγήσει το παραπάνω ποσό στη θυγατρική FF Group Sourcing Ltd. Δεύτερον, εντοπίστηκε σύμβαση του Μαΐου του 2018 με προμηθευτή η οποία δέσμευε την εταιρεία στην καταβολή αμοιβής 5 εκατ. δολαρίων εφόσον ο τελευταίος έφερνε πρόταση επενδυτή ύψους 250 εκατ. ευρώ. Ο όμιλος είχε καταβάλει έως τον Αύγουστο του 2018 3 εκατ. δολάρια στον προμηθευτή (οι πληροφορίες κάνουν λόγο για αμερικανό δικηγόρο) χωρίς βεβαίως να έχει φέρει επενδυτή. Η διοίκηση έχει κινηθεί νομικά για την ανάκτηση του ποσού. Τρίτον, η εταιρεία το 2018 και το 2019 χορήγησε δάνεια σε θυγατρικές 41 εκατ. ευρώ, για τα οποία η PwC δεν έλαβε τα απαιτούμενα ελεγκτικά τεκμήρια. Από τις θυγατρικές αυτές η μητρική είχε ήδη απαιτήσεις που είχαν χαρακτηριστεί μη ανακτήσιμες! Τέταρτον, η PwC επισημαίνει επίσης ότι δεν κατέστη εφικτό να της παρασχεθούν απαντητικές επιστολές για το σύνολο των συνεργαζόμενων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ώστε να έχει πληροφόρηση για το σύνολο της σχέσης με το κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και να μπορέσει να επιβεβαιώσει την ορθή απεικόνιση των χρηματικών διαθεσίμων ύψους 42,6 εκατ. ευρώ αλλά και τυχόν δανείων, εγγυήσεων και λοιπών ενδεχόμενων απαιτήσεων και υποχρεώσεων.

Το σχέδιο εξυγίανσης

Η εταιρεία έχει εκπονήσει ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης που απευθύνεται στους ομολογιούχους με σκοπό την αίτηση υπαγωγής της στις διατάξεις του άρθρου 106β του ν. 3588/2007.

Περιλαμβάνει τη δημιουργία μιας εταιρείας (OpsCo) που θα αναλάβει την εμπορική δραστηριότητα και σε μια εταιρεία όπου θα εισφερθεί η ακίνητη περιουσία της (και τα δεσμευμένα ακίνητα) προς εξασφάλιση απαιτήσεων των ομολογιούχων. Η υποβολή του αιτήματος εξυγίανσης θα γίνει ως τις 30 Σεπτεμβρίου με την αίρεση της σύμφωνης γνώμης του 40% των εξασφαλισμένων πιστωτών και 60% των συνολικών πιστωτών και της άρσης της δέσμευσης των ακινήτων. Οι πρώτες αντιδράσεις των ομολογιούχων δεν είναι θετικές, αφού στην ουσία τους προσφέρονται 120 εκατ. (100 από την ακίνητη περιουσία και 20 εκατ. από ομολογιακό δάνειο), ενώ οι απαιτήσεις τους από την εταιρεία είναι 450 εκατ. ευρώ. Τους ζητείται δηλαδή ένα κούρεμα της τάξης του 73% χωρίς καν να λαμβάνουν μετοχές από τη νέα εταιρεία.

Εγκλημα χωρίς τιμωρία;

Την ίδια ώρα μεγαλώνει η ανησυχία των απλών μετόχων της εταιρείας που είδαν την περιουσία τους να εξανεμίζεται σχετικά με την απόδοση ευθυνών και την τιμωρία των βασικών μετόχων που έστησαν όλη αυτή τη «βιομηχανία» παραποιημένων στοιχείων προς όφελός τους. Στο πόρισμα του εισαγγελέα Γιάννη Δραγάτση – έχει διαβιβαστεί σε ανακριτή – αποδίδονται κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος σε 14 εμπλεκόμενα με την υπόθεση πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο ιδρυτής της εταιρείας Δημήτρης Κουτσολιούτσος, η σύζυγός του Καίτη και ο γιος του Τζώρτζης.

Η ανακριτική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει ακόμη και νομικοί παράγοντες εκτιμούν ότι σύμφωνα με τον νέο ποινικό κώδικα που από τις αρχές του μήνα είναι σε ισχύ και έχει αναδρομική ισχύ για εκκρεμείς υποθέσεις όπως της Folli Follie δύσκολα θα υπάρξουν προφυλακίσεις για τους υπαίτιους του σκανδάλου μέχρι να οριστεί τακτική δικάσιμος έπειτα από πολλά πολλά χρόνια.