Δεν είναι ασφαλώς η πρώτη φορά που ένας πολιτικός σπεύδει να ικανοποιήσει το αίτημα μιας επαγγελματικής τάξης ή – ακόμη χειρότερα – των συνδικαλιστικών εκπροσώπων της εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Ούτε και η πρώτη φορά που η ικανοποίηση του αιτήματος περιβάλλεται από ιδεολογικό περίβλημα για να αποκρυβεί ο πελατειακός του χαρακτήρας. Είναι πάντα θλιβερό όμως η πρακτική αυτή να δηλητηριάζει και την Παιδεία. Και ακόμη πιο θλιβερό όταν ο αρμόδιος υπουργός προέρχεται από τον χώρο της εκπαίδευσης.
Η οριστική κατάργηση της αξιολόγησης για τους εκπαιδευτικούς της τάξης, αφού η διαδικασία είχε παγώσει μετά την ανάληψη της εξουσίας από τα κόμματα του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, υπακούει σε ακριβώς αυτή την παλαιοκομματική λογική. Ο υπουργός υπάκουσε στα κελεύσματα μιας μειοψηφίας γυρίζοντας την πλάτη του όχι μόνο στη διεθνή πρακτική, αλλά και στις αρχές του ιδεολογικού χώρου που υποτίθεται ότι πρεσβεύει: πώς κατά τη γνώμη του υπηρετείται η αρχή της ισότητας όταν άλλοι λειτουργοί της εκπαίδευσης αξιολογούνται και άλλοι όχι;
Η κατάργηση αγγίζει ασφαλώς και την ίδια την ουσία της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Ποιος τιμωρείται από την απόφαση αυτή αν όχι τα παιδιά μας, αλλά και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί που δεν τους προσφέρεται κανένα κίνητρο βελτίωσης παρά μόνο η καταδίκη σε μια παλαιάς κοπής δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία την οποία είναι βέβαιο ότι τώρα πια αποστρέφονται και οι ίδιοι; Με την κατάργηση της αξιολόγησης ο υπουργός προσφέρει κομματική υπηρεσία. Και τιμωρεί όλους τους υπόλοιπους.