Ημουν δεν ήμουν δώδεκα ετών όταν άκουσα τον πατέρα μου να λέει πόσο θα ήθελε να επισκεφτεί το χωριό του πρόσφυγα παππού στη ρίζα του καυκάσιου βράχου. Τον ρώτησα: «Μα τι να δεις εκεί; Εκεί έχει μόνο πέτρες». Μου απάντησε: «Αυτές τις πέτρες θέλω να δω».
Εκτοτε συλλογίστηκα πολλές φορές τη στιχομυθία μας. Αφορμή να τη φέρω ξανά στο νου ήταν ο συλλογικός τόμος «Τόποι της Λογοτεχνίας» που επιμελήθηκε με περισσό μεράκι ο χαλκέντερος Μιχάλης Μοδινός. Ο υπότιτλος «134 συγγραφείς καταγράφουν μια ελληνική προσωπική γεωγραφία» προϊδεάζει για το φιλόδοξο εγχείρημα. Οι συγγραφείς, μέσα από τη σύζευξη της γεωγραφίας με τη λογοτεχνία και του βίαια αστικοποιημένου παρόντος με το νοσταλγικά ανακαλούμενο παρελθόν, συγκομίζουν πεζά και ποιητικά κείμενα όχι απαραίτητα για τον τόπο καταγωγής τους, αλλά ακόμα και για κάποιο κομμάτι της ελληνικής επικράτειας που υπήρξε σημείο αναφοράς για τη διαμόρφωση της λογοτεχνικής τους ταυτότητας. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η συνομιλία του συγγραφέα με τον τόπο που γεννήθηκε ή (και) έζησε είναι μια γενναία προίκα σκέψεων και εικόνων που επηρεάζει ή καθορίζει τη δουλειά του. Ο Καζαντζάκης διαμόρφωσε έναν προσωπικό μύθο για την Κρήτη που τον επέβαλε ως σημείο αναφοράς. Το ίδιο συνέβη και με την πολιτεία των εκλεκτών συγκινήσεων, την Αλεξάνδρεια του Καβάφη.
Μια άλλη εποχή
Τα κείμενα του τόμου συνθέτουν έναν εξάντα για τη γη που μας (αν)έθρεψε, που μας περιέχει και την περιέχουμε. Δρόμοι παλιοί και μονοκατοικίες βυθισμένες στην κινούμενη άμμο της ιδιωτικής και συλλογικής μνήμης που κοχλάζει κάτω από τις νεόδμητες πολυκατοικίες της αντιπαροχής. Η πηγαία αγάπη των απλών ανθρώπων που γέμιζε τους τσίγκινους τενεκέδες με χώμα και τους μεταμόρφωνε σε θαλερές γλάστρες. Η γευστική μυρωδιά του παλιού μπακάλικου. Βάρκες αδέσποτες και σιδηροδρομικοί σταθμοί που αφέθηκαν στη φθορά της χορταριασμένης πέτρας. Γειτονιές και συνοικίες που ορφάνεψαν από τα παιδικά γέλια και τη φωνή του νερουλά ή του παγωτατζή. Η αισθητική των ανθρώπων μιας άλλης εποχής και η αυθεντική τους δοτικότητα που δεν χαρακτηρίζει τις σύγχρονες διαπροσωπικές σχέσεις του νεοπλουτισμού και της καιροσκοπικής ιδιοτέλειας. Σε μέρες που «παντού σερβίρουν γύρο και κρέπες και πατάτες τηγανητές» (σ. 363), η φωνή του συγγραφέα ηχεί σαν ελεγεία: «Τώρα κάθε λογής φωτιές καίνε τα δάση και τις ψυχές μας. Οχιές καραδοκούν σε κάθε καμπή της ζωής μας, ενώ οι βίλες έχουν αντικαταστήσει το μικρό σπίτι που νοικιάζαμε πάνω στο βουνό και τα πανάκριβα τζιπ το φορτηγό που αγκομαχούσε, σηματοδοτώντας το τέλος της καλοκαιρινής ξεγνοιασιάς…» (σ. 54). Το ανακαλούμενο παρελθόν είναι ταυτόχρονα και υπόμνηση ενός άλλου συστήματος αξιών, μιας άλλης ανθρωπολογικής και κοινωνικής ηθικής που παρήλθε αλλά εξακολουθεί να (υπο)κινεί τη συγγραφική έμπνευση φαντάζοντας μυθολογία στη μηχανική εποχή μιας αναδιαταγμένης, σχεδόν αλλοτριωμένης, ρυμοτομίας οδών και ψυχών: «Ανήκω στη γενιά της παλιάς Ελλάδας. Οχι, δεν αναπολώ, χαίρομαι γιατί βίωσα μια πατρίδα πιο ανθρώπινη, πιο φιλόξενη, με αργούς ρυθμούς, φτωχή αλλά με χαρά (…) την Αθήνα στο φως της άνοιξης, με τα χελιδόνια και το άρωμα από τις νεραντζιές» (σ. 73). Ο συγγραφέας, μάλιστα, δυσκολεύεται ενίοτε να αναγνωρίσει το περίγραμμα της παλιάς του γειτονιάς και να συλλαβίσει το τοπογραφικό συναξάρι των παιδικών του χρόνων: «Πού πήγε εκείνος ο αλλοτινός δρόμος με τα παλαιικά διώροφα και τριώροφα (…) Πού βούλιαξαν τα σπίτια; Τι απέγιναν τα πράσινα τραμ που μούγκριζαν στις ράγες τους μέσα στο πορφυρό λυκόφως, το μαγαζάκι του κυρίου Παναγιώτη (…); Πότε πήρε αυτόν τον άλλον αέρα η Αθήνα;» (σ. 37). Η «ευτοπία» των παιδικών χρόνων έχει μετατραπεί σε βασανιστική ουτοπία της ώριμης ηλικίας, που δεν αντέχει να βλέπει ηλιοβασιλέματα υπό ενοικίαση. Νιώθεις πόσο σκληρά αναμετράται η προσωπική συνθήκη με την αντικειμενική ιστορική συνθήκη των δύστηνων καιρών.
Κατανόηση της ζωής
Οι συγγραφείς χαρτογραφούν ή συναρμολογούν την προσωπική γεωγραφία των παιδικών τους χρόνων σε ένα ταξίδι στα βουρκωμένα μονοπάτια της μνήμης από την Αθήνα ώς τη Θεσσαλονίκη, από τη νησιωτική και την ηπειρωτική χώρα ώς την Πόλη και τη Μεγάλη Ελλάδα, σε μια περιήγηση σε ακτές, λίμνες, ποταμούς, βουνά... Βασικός οδοδείκτης είναι η κατανόηση της ζωής «μέσα από τη ζωή εκείνων που πέρασαν» (σ. 268). Στο ανθρωπογεωγραφικό σύμπαν των μεγάλων και  μικρών πόλεων η λογοτεχνία συνομιλεί με την τοπική ή ευρύτερη ιστορία στον καμβά μιας ιστορικής διαχρονίας όπου καταργούνται τα χρονικά όρια για να συναντηθούν  ο Χριστιανόπουλος με τον Παβέζε στο μάθημα των Ιταλικών του Κάρολου Τσίζεκ (σ. 139).  Δεν λείπουν οι στιγμές που η θύμηση του τόπου γίνεται και απάγκειο υπομονής: «Κι αν γινόταν, να 'μεναν μες στο μυαλό μου σαν ιερά χαλάσματα κάτι ανεπαίσθητα ίχνη από δυο τρεις αγαπημένους στίχους, το χαμόγελο της Ιωάννας και εκείνο το χρώμα που παίρνουν τα σπίτια όταν δύει ο ήλιος στη Σαντορίνη. Μου αρκούν για μια ώρα ανάγκης» (σ. 186).
Κείμενα στα οποία «το χώμα γίνεται στίχος», όπως γράφει και ο Γιώργος Γαβαλάς στον ακροτελεύτιο στίχο του ποιήματος «Ηρακλειά» (σελ. 161), από την ποιητική συλλογή «Μνήμες μιας αφίσας». Και ο στίχος αερόστατο που υπερίπταται της φθοράς και της λήθης.

Η ηδονή της ανάγνωσης
Ο πυκνός εσμός των παραστάσεων
Διαβάζοντας τα κείμενα της συλλογής σε περισφίγγει ηδονικά ο πυκνός εσμός των παραστάσεων. Τα ρυάκια της ερωτικής μνήμης που κυλούν αθόρυβα κάτω από την παγωμένη κρούστα του χρόνου. Οι ασίγαστες ενοχές. Το δράμα της προσφυγιάς που δεν συμφιλιώνεται με την ειμαρμένη. Η πεθυμιά του νόστου. Θρύλοι και λαϊκές δοξασίες που συγχωνεύθηκαν σε gothic ιστορίες. Ο πόνος για την απώλεια ανθρώπων και πραγμάτων που επιζούν στην ομιλούσα σιωπή. Οι κληρονομημένες πληγές της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ο πυρετός των πολιτικών ζυμώσεων. Παλιές μορφές ψυχαγωγίας που ικανοποιούνταν στη λιτή και σεμνή επάρκεια. Το συναπάντημα των ανθρώπων στις λαϊκές αγορές και στα τοπικά πανηγύρια. Ιερά προσκυνήματα της Ορθοδοξίας, αρχαίες κολόνες και βενετσιάνικες πολεμίστρες που αστράφτουν στον ήλιο του Αιγαίου. Και απέναντι και πάνω από όλα αυτά ο τουριστικός ολετήρας των ψευδαισθητικών εντυπώσεων και της μανιέρας.

Συλλογικό
Τόποι της λογοτεχνίας
134 συγγραφείς καταγράφουν μια ελληνική, προσωπική γεωγραφία
Επιμέλεια: Μιχάλης Μοδινός
Εκδ. Καστανιώτη 2015, σελ. 400
Τιμή: 19 ευρώ