Αυτοχρίσθηκε ρεπόρτερ κατά κάποιον τρόπο ο Θουκυδίδης, παγκοσμίως γνωστός για τη συγγραφή της ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.).
Ηταν αδύνατον να μην αναφερθεί στην επιδημία που έπληξε την Αθήνα και σχεδόν αποδεκάτισε τον πληθυσμό της. Αφάνισε περίπου το ένα τέταρτο των Αθηναίων, συμπεριλαμβανομένου του χαρισματικού ηγέτη τους, του Περικλή, διήρκεσε δύο ολόκληρα χρόνια και επανήλθε το 427 π.Χ. για έναν ακόμη χρόνο. Αρρώστησε και ο ίδιος, όμως επέζησε.
«Εγώ που αρρώστησα και είδα με τα μάτια μου άλλους να αρρωσταίνουν θα περιγράψω την αρρώστια και τα συμπτώματά της, ώστε αν τύχει και ξανάρθει ποτέ να τα έχει ο καθένας υπόψη του και να ξέρει την αρρώστια ώστε να πάρει τα μέτρα του», είχε γράψει ο αρχαίος ιστορικός.
Ο λοιμός δεν έχει αναγνωρισθεί ως κάποια συγκεκριμένη επιδημία, εκδηλωνόταν όμως με ορισμένα συμπτώματα του τυφοειδούς πυρετού. Εχουν πραγματοποιηθεί αρκετές επιστημονικές έρευνες μοριακής βιολογίας και αναλύσεις αρχαίου DNA (σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της αντίστοιχης τεχνολογίας μέσω των εφαρμογών της Πληροφορικής), οι οποίες έδειξαν ότι ο λοιμός προκλήθηκε από γονίδια του βακτηριδίου Salmonella enterica typhi.
Η ασθένεια εκδηλωνόταν ξαφνικά, έγραφε ο Θουκυδίδης. «Στην αρχή με δυνατούς πονοκεφάλους, υψηλό πυρετό, με φλόγωση των ματιών που κοκκίνιζαν. Το στόμα βρωμούσε.
Στη συνέχεια άρχιζε το φτάρνισμα και η αρρώστια κατέβαινε ύστερα από λίγο στο στήθος, προκαλώντας δυνατό βήχα. Οταν κατέβαινε στην καρδιά προκαλούσε μεγάλη αναταραχή και πολύ οδυνηρούς εμέτους και κενώσεις κάθε είδους χολής, από όσα έχουν περιγράψει οι γιατροί. Μετά, τους περισσοτέρους τους έπιανε λόξιγκας που προκαλούσε δυνατούς σπασμούς. Σε άλλους σταματούσε γρήγορα, σε άλλους κρατούσε πολύ. Το σώμα εξωτερικά δεν ήταν, στην αφή, πολύ θερμό, ούτε κίτρινο, αλλά κοκκινωπό και χλωμό, γεμάτο φουσκάλες και εξανθήματα. Ομως ο εσωτερικός πυρετός ήταν τόσο υψηλός, ώστε οι άρρωστοι δεν μπορούσαν να υποφέρουν ούτε τα πιο λεπτά ρούχα ούτε τα σεντόνια ούτε κάτι άλλο και ήθελαν να μένουν γυμνοί. Ενιωθαν μεγάλη ανακούφιση αν μπορούσαν να μπουν σε δροσερό νερό».
Ο Θουκυδίδης με παραστατικό τρόπο περιγράφει την εξάπλωση της ασθένειας στο ανθρώπινο σώμα. «Αρχίζοντας από το κεφάλι, κατέβαινε σε ολόκληρο το σώμα και αν κάποιος άντεχε, περνούσε στα άκρα όπου φανερώνονταν τα σημάδια της. Πρόσβαλλε τα γεννητικά όργανα, τα χέρια και τα πόδια. Πολλοί σώθηκαν, άλλοι έμειναν παράλυτοι στα άκρα τους. Αλλοι έχασαν το φως τους και άλλοι έπαθαν αμνησία».
Η εικόνα μέσα στα Μακρά Τείχη της πόλης αναδύεται ανάγλυφη από τα κείμενα του μετέπειτα στρατηγού (εξελέγη το 424 π.Χ.).
«Υπέφεραν περισσότερο οι πρόσφυγες. Μη έχοντας σπίτια, ζούσαν σε πνιγηρές καλύβες μέσα στο καλοκαίρι και πέθαιναν ο ένας επάνω στον άλλον ή σέρνονταν μες στους δρόμους μισοπεθαμένοι, ενώ άλλοι, από την άσβηστη δίψα τους, μαζεύονταν γύρω από τις βρύσες. Οι περίβολοι των ναών, όπου είχαν κατασκηνώσει, ήταν γεμάτοι από νεκρούς που πέθαιναν εκεί, γιατί καθώς φούντωνε το κακό οι άνθρωποι, βασανισμένοι από την αρρώστια, έφταναν σε απόγνωση και αδιαφορούσαν για τα ιερά και τα όσια.
Δεν τηρούσαν πια καμία από τις τελετές για την ταφή των νεκρών και καθένας έθαβε τους δικούς του όπως μπορούσε. Πολλοί που, από τους πολλούς θανάτους στην οικογένειά τους, τους είχαν λείψει τα χρειαζούμενα μεταχειρίζονταν απρεπείς τρόπους. Αλλοι απόθεταν τον δικό τους νεκρό σε ξένη έτοιμη πυρά και έβαζαν φωτιά στα ξύλα και άλλοι έριχναν τον νεκρό τους επάνω σε πυρά όπου καιγόταν άλλος νεκρός και έφευγαν γρήγορα».
Θουκυδίδης
Ο γιος του Ολορου και της Γησίπολης (460-398 π.Χ.) γεννήθηκε στον Αλιμο (αρχαίο Αλιμούντα). Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης χρυσωρυχείου στη Σκαπτή Υλη Παγγαίου. Ως γόνος εύπορης οικογένειας, μαθήτευσε κοντά στον φιλόσοφο Αναξαγόρα και τον σοφιστή Αντιφώντα, οι οποίοι τον παρότρυναν να μη δέχεται τα πράγματα όπως είναι και να αμφισβητεί τις καθιερωμένες αλήθειες, τού δίδαξαν τις τεχνικές που χρησιμοποίησε στη συγγραφή και τον βοήθησαν να αναπτύξει τις ικανότητες εκείνες που χρησιμοποίησε για να προσεγγίσει την αλήθεια. Αρχισε να γράφει την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου από την έναρξή του, επειδή κατανόησε τη σημασία της σύγκρουσης και τις διαστάσεις που θα έπαιρνε, όπως ο ίδιος έχει αναφέρει (Βιβλίο Α – κεφ. 1).