Μετανάστες στα μπαλκόνια κοιτούσαν έκπληκτοι. Και κάποιοι εξ αυτών άρχισαν να χειροκροτούν. Ηταν η στιγμή που η σορός του σκηνοθέτη και ηθοποιού Λευτέρη Βογιατζή έβγαινε από το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Το παρατεταμένο χειροκρότημα αντηχούσε για ώρα στο μικρό στενό της οδού Κυκλάδων στην καρδιά της Κυψέλης.
Λίγο νωρίτερα η σορός του είχε τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα (από τις 12 το μεσημέρι έως τις 4 το απόγευμα) και η γειτονιά με τα γκραφίτι, τους μετανάστες, τους ηλικιωμένους, τα μικρομάγαζα είχε για λίγο αλλάξει. Οι ρυθμοί της καθημερινότητας των κατοίκων είχαν για λίγο επιβραδυνθεί, τα μάτια όλων χαμήλωναν ή βούρκωναν κοιτάζοντας προς την είσοδο της Νέας Σκηνής της κυψελιώτικης οδού και η συννεφιά καλά κρατούσε.
Η άφατη θλίψη για τον θάνατο του Λευτέρη Βογιατζή είχε ρίξει πέπλο σιωπής και οι ένοικοι των γύρω πολυκατοικιών έβλεπαν σύσσωμο το ελληνικό θέατρο να παρελαύνει με ένα λουλούδι στο χέρι.
Σαν κινηματογραφική εικόνα, ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης, η σύντροφός του και συγγραφέας Ιωάννα Καρυστιάνη και η κόρη τους (και σκηνοθέτις) Κωνσταντίνα κάθονταν απαρηγόρητοι στα σκαλάκια μιας πολυκατοικίας της οδού Κυκλάδων.
Στην είσοδο του θεάτρου τρεις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Λευτέρη Βογιατζή (στη μία με τον γάτο του Φανερούλη και στην άλλη με ένα λούτρινο αρκουδάκι) υποδέχονταν τον κόσμο. Τέσσερα βιβλία συλλυπητηρίων είχαν σχεδόν γεμίσει με παραπάνω από 600 μηνύματα φίλων, συνεργατών και του απλού κόσμου δέκα λεπτά προτού η τελετή ολοκληρωθεί. Λόγια αγάπης και συγκίνησης. «Ο Λευτέρης ήταν ο ευλογημένος της γενιάς μας. Εβαλε τον πήχη ψηλά για το πώς βλέπουμε το θέατρο», είπε στους δεκάδες δημοσιογράφους ο σκηνοθέτης Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος έξω από το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων.
Και αν η μία πράξη παιζόταν έξω, με την άφιξη δεκάδων ηθοποιών και απλού κόσμου, μέσα το σκηνικό ήταν κατανυκτικό, σκηνοθετημένο λες από τον Βογιατζή, καθόλου όμως τεατράλε. «Μια τελετή σαν συνέχεια όσων υπέροχων πραγμάτων έκανε στο θέατρο», σημείωσε μιλώντας στα «ΝΕΑ» ο σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς. Και έτσι ήταν. Στο κέντρο της πλατείας του θεάτρου, σαν προέκταση του σκηνικού που είχε στηθεί για το «Θερμοκήπιο» του Πίντερ (τελευταία παράσταση την οποία ο ίδιος θα σκηνοθετούσε) και σε μια παράξενη συνθήκη όπου οι προβολείς φώτιζαν το φέρετρο με το τζάμι, δέσποζε ο ίδιος.
Γαλήνιος και με κοστούμι. Σχεδόν γελαστός, με κόκκινη γραβάτα και στο στήθος του ανάμεσα στα χέρια του το βιβλίο «Καθαροί πια» της Σάρας Κέιν. Και το κοστούμι από την ίδια παράσταση που ανέβασε το 2001.
Ο κόσμος με σχεδόν τελετουργικές κινήσεις προσκυνούσε ή άγγιζε το φέρετρο· και δεκάδες άνθρωποι καθισμένοι ως θεατές στην «τελευταία του παράσταση». Στην πρώτη σειρά των καθισμάτων φρουρός η σύντροφος της ζωής του Ειρήνη Λεβίδη και δίπλα της μια κενή θέση όπου υπήρχαν ένα λευκό τριαντάφυλλο και η μετάφραση από τον ποιητή και μεταφραστή Νίκο Παναγιωτόπουλο του έργου «Οιδίπους Τύραννος» που θα ανέβαζε ο Βογιατζής αυτό το καλοκαίρι.
Αυτή την εικόνα μέσα στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων συμπλήρωνε μια μελωδία που ξεχυνόταν από τα καμαρίνια. «Είναι Μπαχ. Ηταν δική του επιθυμία», μου είπε συγκινημένος ένας εργαζόμενος του θεάτρου. Η μουσική έφτανε μέχρι το φουαγέ και τον ημιυπαίθριο χώρο που είχαν γεμίσει με κόσμο· σαν διάλειμμα από πρόβα ή από παράσταση. Επίσης, μπουκέτα λουλουδιών είχαν γεμίσει ένα τεράστιο τραπέζι.
«Είχα τηλεφωνήσει για να κάνω κράτηση, να δω το “Θερμοκήπιο” που θα ανέβαζε. Κρίμα που δεν πρόλαβε, αν και το είχε κάνει για λίγο πέρυσι. Γενικά, από το 1982 και τη “Σπασμένη στάμνα” του Κλάιστ δεν είχα χάσει καμία δουλειά του. Τον πενθώ πραγματικά σαν δικό μου άνθρωπο», μου είπε η κυρία Νίκη, «θεατρόφιλη», όπως δήλωσε.
Την ίδια ώρα η ροή του κόσμου πύκνωνε. Οι θέσεις στη σκηνή γέμιζαν από βουβούς θεατές. Αυτή η «παράσταση» δεν σήκωνε γέλιο, αντιδράσεις, επιδοκιμασίες. Είχε κάτι το αμετάκλητο. Αλλά και κάτι τελετουργικό και «βογιατζικό», έτσι όπως παρατηρούσες το φέρετρο με φόντο τους στοιβαγμένους φακέλους, το σκηνικό του «Θερμοκηπίου».
«Δούλεψα μαζί του και ενώ συνήθως μπορείς να πεις πως απομυθοποιείς κάποιον όταν συγχρωτίζεσαι ή συνεργάζεσαι μαζί του, εγώ τον μυθοποίησα παραπάνω. Βέβαια, πέραν του μεγέθους του Βογιατζή, τον αισθάνθηκα και συγγενή μου», μου είπε η 26χρονη σκηνοθέτις Ελένη Ευθυμίου, βοηθός του στον καλοκαιρινό (και θριαμβευτικό) «Αμφιτρύωνα», ο οποίος έμελλε να είναι η τελευταία του παράσταση. Στα πηγαδάκια δεν είχαν απλώς όλοι κάτι να θυμηθούν.

Η σεμνή τελετή σού έδινε την αίσθηση ότι ο Λευτέρης ήταν κάπου εκεί. Με τον δικό του κώδικα και την ικανότητα –όπως σημείωσε η σκηνοθέτις και βοηθός του στα «Bella Venezia» και «Σχολείο κυριών» Ελισάβετ Αντάπαση –«με μια φράση του να σου ξεκλειδώνει έναν καινούργιο κόσμο».

Λίγο προτού η σορός του μεταφερθεί έξω από το θέατρο για να οδηγηθεί στην τελευταία του κατοικία στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών, τα προγράμματα των έργων που ανέβασε τέθηκαν ευλαβικά στο φέρετρό του. Τα πήρε μαζί του.

Ενα αντίο ως φίλος

Ο Νίκος Λιακόπουλος, ιδιοκτήτης του θρυλικού εστιατορίου Λεωνίδας στην Επίδαυρο (στέκι των ανθρώπων του θεάτρου τα καλοκαίρια του Φεστιβάλ Επιδαύρου), διακριτικά με το λουλούδι του βρέθηκε στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών για να αποχαιρετήσει τον Λευτέρη Βογιατζή. «Τον γνώρισα στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ως ηθοποιό στους “Βατράχους”. Κάθε χρόνο στην Επίδαυρο, έτρωγε και σ’ εμάς. Ηρθα να του πω ένα αντίο ως φίλος».