Το σκηνικό είναι μια Ρώμη (κυρίως) και μια Βενετία (δευτερευόντως) φθινοπωρινές, μουντές, μουσκεμένες, εντελώς διαφορετικές από τα ρομαντικά και τουριστικά κλισέ τους. Αλλά η ιστορία που ξετυλίγεται σ΄ αυτό το σκηνικό είναι φορτωμένη με όλα τα στερεότυπα του αστυνομικού θρίλερ: ο κακός της υπόθεσης, ζάπλουτος, αδίστακτος, σατανικός και διεστραμμένος, o θηριώδης μπράβος του, η μοιραία γυναίκα-δόλωμα, οι άξεστοι και αργόστροφοι μπάτσοι κ.λπ. Στερεότυποι και οι διάλογοι, με φράσεις χωρίς ψυχολογική πειστικότητα και με το τραχύ λεκτικό των «ζόρικων ανδρών» να εξαντλείται σε δύο εκφράσεις όλες κι όλες, που επανέρχονται τέσσερις-πέντε φορές σε κάθε σελίδα: «μαλάκα» και «σπάσε μου τ΄ αρχίδια» (η δεύτερη είναι κατά λέξη μετάφραση από τα ιταλικά, στα ελληνικά το λέμε κάπως αλλιώς).
Γιατί τότε αυτό το μυθιστόρημα έχει γίνει, ούτε ένα εξάμηνο από την έκδοσή του, περίπου cult ανάμεσα στους βιβλιόφιλους ιστολόγους (bloggers); Προφανώς λόγω του βιβλιοφιλικού προφίλ του. Η πλοκή του υφαίνεται γύρω από τρεις συλλέκτες παλιών βιβλίων και τη χαμένη βιβλιοθήκη ενός αληθινού προσώπου: του Δημητρίου Μόστρα, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι, εκτός από γραμματικός του μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιου στις αρχές του 19ου αιώνα, υπήρξε δημιουργός και κάτοχος μιας τεράστιας συλλογής από παλιές εκδόσεις.
Στην πραγματικό- τητα οι τρεις βι βλιοσυλλέκτες είναι μόνο δύο, πρώην φίλοι, νυν όμως θανάσιμοι ανταγωνιστές και, επιπλέον, αντεραστές. Ο τρίτος, ο κεντρικός χαρακτήρας και αφηγητής της ιστορίας, είναι ένας ακαμάτης σαραντάρης, νόθος γιος ΄Ελληνα διπλωμάτη και μιας ταπεινής Ιταλίδας, κληρονόμος και εκποιητής, κομμάτι το κομμάτι, της σπάνιας βιβλιοθήκης του πατέρα του. Αυτός ο τύπος, που ακούει στο αλλόκοτο όνομα Νικόλα Μιλάνο ή Μιλάνος, έχει στην κατοχή του έναν τόμο από τη συλλογή του Μόστρα που περιέχει, κωδικοποιημένη, μια κρίσιμη πληροφορία για την τύχη του χαμένου και πολυτιμότερου τμήματος της βιβλιοθήκης, ακριβώς αυτού που αναζητούν οι δύο συλλέκτες.
Όλα αυτά κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Και πράγματι ο Δημήτρης Μαμαλούκας τα χρησιμοποιεί ως κεντρικό άξονα μιας ιστορίας με ευφάνταστη πλοκή και διεγερτική κλιμάκωση, που διατηρεί αμείωτη την περιέργεια του αναγνώστη να δει τη γίνεται παρακάτω. Αλλά τίποτε πέρα από αυτό. Γιατί τα μυστικά των παλιών βιβλίων δεν απασχολούν καθόλου το μυθιστόρημα του Μαμαλούκα. Σε αντίθεση με τη νεότερη παράδοση του «παλαιογραφικού θρίλερ», που ξεκινάει από τον Ουμπέρτο ΄Εκο και το ΄Ονομα του ρόδου, η σημασία των αναζητούμενων βιβλίων δεν αποτελεί εδώ με κανένα τρόπο μέρος του περιεχομένου και της προβληματικής του μυθιστορήματος. Μόνον η συλλεκτική αξία τους παίζει ρόλο. Οι δύο χομπίστες με τους οποίους έχει να κάνει ο Μιλάνο συλλέγουν παλιά βιβλία, πράγμα που φυσικά τούς δίνει ένα λούστρο εκλέπτυνσης, αλλά στην πραγματικότητα θα μπορούσαν εξίσου καλά να συλλέγουν γραμματόσημα, αναπτήρες ή ετικέτες από μπουκάλια μπίρας. Μία λεπτομέρεια αρκεί για να δείξει πώς αντιμετωπίζει ο συγγραφέας το εύρημα της χαμένης βιβλιοθήκης: στο τέλος, μετά την ανεύρεσή της και λίγα λεπτά πριν από την ολοκληρωτική καταστροφή της, βάζει τον Μιλάνο να διασώζει στον κόρφο του το πολυτιμότερο,
Δημήτρης Μαμαλούκας
Η ΧΑΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΟΣΤΡΑ
ΕΚΔ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2007, ΣΕΛ. 306, 16,72 ΕΥΡΩ
όπως μας λέει, απόκτημά της, αλλά δεν μαθαίνουμε απολύτως τίποτα για το ποιο είναι αυτό, ποιος ο τίτλος ή το περιεχόμενό του!
Όπως και στα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά του, ο 39χρονος σήμερα Δημήτρης Μαμαλούκας ρίχνει όλο το βάρος στη μυθοπλασία, στην επινόηση μιας πρωτότυπης και συναρπαστικής ιστορίας. Η επεξεργασία των χαρακτήρων τον απασχολεί ελάχιστα, της γλώσσας ακόμα λιγότερο. Ας μας επιτρέψει όμως να του θυμίσουμε ότι για να είναι μια ιστορία συναρπαστική πρέπει να είναι πειστική, και η πειστικότητα μιας ιστορίας (όπως και το βάθος της, αυτό όμως μπορεί να μην τον ενδιαφέρει) εξαρτάται άμεσα από στοιχεία όπως τα παραπάνω, τα οποία ο Μαμαλούκας ίσως θεωρεί λίγο-πολύ διακοσμητικά.
Η χαμένη βιβλιοθήκη… είναι λοιπόν ένα μυθιστόρημα που το διαβάζεις μονορούφι, όπως λέμε, γιατί είσαι περίεργος να δεις πώς θα πλέξει ο συγγραφέας τα διάφορα νήματα της ιστορίας του και πώς θα λύσει τους γρίφους που βάζει, αλλά ένα μυθιστόρημα που δεν σε συναρπάζει, αν πιστεύεις ότι η λογοτεχνία είναι κάτι περισσότερο από ένα κουίζ.
Ένα από αυτά τα νήματα ελίσσεται παράλληλα προς την κυρίως ιστορία, ώσπου με μια αποφασιστική στροφή τη συναντάει. Πρόκειται για τη δράση μιας σπείρας αστυνομικών και δικαστικών, που εκτελούν παιδόφιλους βιαστές και δολοφόνους. Αυτή η ομάδα θα στοχοποιήσει τον Μιλάνο εξαιτίας μιας παρεξήγησης, που θα αποδειχτεί ότι δεν είναι και τόσο παρεξήγηση και αποκαλύπτει μια κρυφή πλευρά τόσο του ίδιου του Μιλάνου όσο και του στενότερου φίλου και συνεργάτη του, ενός σιτεμένου αναρχοαυτόνομου, που κάνει τον ιδιωτικό ντετέκτιβ. Σ΄ αυτό το σημείο, έστω και λίγο πριν από το τέλος, το μυθιστόρημα θα μπορούσε να αποκτήσει ένα κάποιο πραγματικό βάρος. Αλλά ο συγγραφέας προσπερνάει την αποκάλυψη αμέσως αφού μας τη σερβίρει. Γιατί τη βλέπει απλώς σαν άλλο ένα τέχνασμα για το ξάφνιασμα του αναγνώστη του.
Η χαμένη βιβλιοθήκη… φαίνεται να συνιστά μια μάλλον αναπάντεχη υποστροφή του αστυνομικού μυθιστορήματος. Ενώ, δηλαδή, το λογοτεχνικό αυτό είδος έχει μετατοπίσει εδώ και δεκαετίες το ενδιαφέρον του στην κριτική παρατήρηση της κοινωνίας ή ακόμη και σ΄ έναν ανθρωπολογικό στοχασμό, ο Μαμαλούκας το επαναφέρει στο αρχικό στάδιο της εξέλιξής του, αυτό μιας διασκεδαστικής διανοητικής άσκησης. Η αποθέωση του βιβλίου του από την κοινότητα των βιβλιόφιλων μπλόγκερ, παρά το γεγονός ότι είναι μόνο κατ΄ επίφασιν βιβλιοφιλικό, στέλνει ίσως ένα ακόμη ανησυχητικότερο μήνυμα: ότι η βιβλιοφιλία στις μέρες μας έχει εκφυλιστεί σ΄ ένα χόμπι για λίγους, ότι έχει πάψει να είναι ζωτική έκφραση της πολιτισμικής ζωής και τα βιβλία τείνουν πλέον να συγκινούν μόνον ως αρχαιολογικά αντικείμενα.
