Είναι μαθητής της Β΄ Λυκείου (Λεόντειο Πατησίων) και κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, το Κρέας (Γαβριηλίδης), με 12 σύντομα πεζά κείμενα και 4 δικά του σχέδια. Τον λένε Χρήστο Τριανταφύλλου και είναι ένα παιδί γεμάτο περιέργεια που, όπως γράφει, αισθάνεται ότι «πρέπει να προλάβεις όλα να τα δεις». Δεν το παίζει οργισμένος νέος ή επαναστάτης, το όπλο του δεν είναι το ουρλιαχτό αλλά ο σαρκασμός και ο αναστοχασμός. Χρησιμοποιεί καλά τη γλώσσα αλλά δεν πειραματίζεται με την τέχνη του λόγου και μάλλον ψάχνει ακόμα το ύφος του. Μπορεί λοιπόν να μην είναι ο νέος Ρεμπό και το βιβλιαράκι του σίγουρα δεν είναι ένα αριστούργημα· είναι όμως μια υπόσχεση. Οι ίδιες του οι ατέλειες είναι οι αρετές του. Μαρτυρούν ότι ο Τριανταφύλλου είναι μια αυθεντική νεανική φωνή που μας ανοίγει τη νεανική ψυχή της. Μάλιστα το κείμενο του τίτλου, είναι πολύ καλό. «Το κρέας ή η ιστορία της εξάλειψης κάθε ρατσιστικής ιδέας» ειρωνεύεται την κανιβαλική κοινωνία των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, καυτηριάζει τον νόμο της ζούγκλας που έχουν επιβάλει οι κανόνες της αγοράς, τη συνακόλουθη έκπτωση των ανθρώπινων ελευθεριών και δικαιωμάτων, και την παθητική αποδοχή από το κοινό οποιουδήποτε εγκλήματος γίνεται στο όνομα του πολιτισμού. Μιλά για μια νέα ποικιλία κρέατος που διαφημίζεται ως ιδιαίτερα θρεπτικό και εκτινάσσει την αγορά. Προέρχεται από παράνομους μετανάστες, αλλά αυτό δεν προβληματίζει κανέναν. Όταν γίνεται γνωστό, απλώς απαγορεύεται η έκδοση των εφημερίδων και η ζωή συνεχίζεται. Οι πωλήσεις αυξάνονται, οι ζωοφιλικές οργανώσεις είναι ευχαριστημένες και οι τριτοκοσμικές χώρες ευεργετούνται με φαρμακευτική βοήθεια προκειμένου οι πολιτισμένοι να εξασφαλίσουν υγιεινή διατροφή… Μέσα σε μιάμιση σελίδα, ο Τριανταφύλλου τα λέει όλα μ΄ αυτό το μίνι μελλοντολογικό θρίλερ. Διαβάζοντας έπειτα και τις άλλες ιστορίες του, βλέπει κανείς έναν νέο άνθρωπο που δεν θέλει να αποδεχτεί τη ζωή έτσι όπως τού σερβίρεται. Η δική του πραγματικότητα είναι πιο πλατιά, πιο ρευστή, πιο ευαίσθητη: αγκαλιάζει την φαντασία («Το παράθυρο»), το ανεξήγητο, το σκοτεινό και το μεταφυσικό ( «Τα γάντια», «Τα σκεύη»), το όνειρο και την αλλαγή («Πωλείται. Αντιπαροχή», «Όνομα ουσιαστικό»). Και στο «Μωρό μου», που εμπνέεται από τις αγοραπωλησίες βρεφών, μάς λέει ξεκάθαρα: Όσο είσαστε θύματα άλλο τόσο είσαστε και συνένοχοι σ΄ αυτά που γίνονται.

Στο σχολείο του,παίρνει στην έκθεση 18, όμως βρίσκει τη διδασκαλία αυτού του μαθήματος «στατική», δεν του αρέσει που «αποστηθίζουμε πακέτα πραγμάτων». Εκείνο που τον έσπρωξε στο γράψιμο, ήταν το διάβασμα («ξένης λογοτεχνίας με έμφαση στο φανταστικό ή ιστορίας της φιλοσοφίας- τώρα διαβάζω Μπουκόφσκι»). Κάποιοι δάσκαλοι τον προέτρεψαν φυσικά να καλλιεργήσει την έφεσή του, «αλλά σε πρακτικό επίπεδο αυτό δεν σήμαινε τίποτα». Ούτε το σπίτι του τον προέτρεψε ακριβώς, κι ας είναι μητέρα του η ποιήτρια Μαρία Κούρση- «μου εξασφάλισε όμως την αξιολόγηση».

Άρχισε λοιπόν να γράφει συστηματικά από την Α΄ Γυμνασίου «όταν είχα κάποια ερεθίσματα», δεν κλείστηκε όμως στον εαυτό του. Συνέχισε να παίζει μπάλα, να ακούει «ροκ και χέβι μέταλ», να σερφάρει για ενημέρωση στο Ίντερνετ, να παίζει ακόμα και διαδικτυακά παιχνίδια όπως το WΟW, «ωστόσο όχι με ιδιαίτερη μανία». Θα εξελιχθεί άραγε σε συγγραφέα; Άγνωστο αλλά όχι απίθανο, κυρίως επειδή… «δεν έχω σκεφτεί επαγγελματικά το γράψιμο». Το μολύβι πρέπει να το πιάνεις αργά όπως το μπαστούνι, έλεγε προχθές ο Αντώνης Σουρούνης σχολιάζοντας με το βραβείο (και) του «Διαβάζω» στο χέρι, την αξία της υπομονής στον συγγραφέα και τη δίψα των καινούργιων του μετιέ για καταξίωση. «Τα βραβεία σού ενισχύουν την αυτοπεποίθηση αλλά δεν έχουν να κάνουν με τη λογοτεχνία», μου έλεγε απ΄ τη μεριά του ο νεαρός Τριανταφύλλου. Και μ΄ έπεισε ότι το πιο σημαντικό δεν είναι το όποιο ταλέντο του, αλλά η ανήσυχη φύση του. Νοιάζεται για τις γαλλικές εκλογές λ.χ. «που θα επηρεάσουν το μέλλον της Ε.Ε.», τον ενδιαφέρει η πολιτική, οι οργανώσεις, όχι όμως και οι πολιτικοί «που κοιτάζουν ο καθένας το συμφέρον του», ζητάει «τα πιο σκληρά μέτρα εναντίον της βίας στα γήπεδα», την απεμπλοκή του κράτους από τον εναγκαλισμό της Εκκλησίας και την αφομοίωση των μεταναστών, ενοχλείται που «υπάρχει πολύς ρατσισμός στα παιδιά της ηλικίας μου» και θεωρεί ότι «τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν θα πετύχουν στην Ελλάδα, λόγω συνθηκών». Το όνειρό του; Όχι πάντως η καριέρα. «Θέλω να είμαι καλά με τον εαυτό μου και να μπορώ να μιλάω ελεύθερα».

Οι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς είναι οι ελπίδες της λογοτεχνίας και κάθε εκδοτικός οίκος που σέβεται τον εαυτό του επιδιώκει να ανανεώνει τον κατάλογό του με όλο το ρίσκο που συνεπάγεται αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά στον δρόμο τα κριτήρια γίνονται πολύ επιεική.

Έχουμε έτσι πλήθος πρωτοεμφανιζόμενων, αλλά λίγους με προοπτικές. Διότι το δύσκολο δεν είναι το πρώτο βιβλίο αλλά το δεύτερο. Η Λίλα Κονομάρα, o Δημήτρης Μίγγας, η Νίκη Αναστασέα, είχαν βραβευτεί ως πρωτοεμφανιζόμενοι από το «Διαβάζω», αλλά τα δεύτερα βιβλία τους ήταν αδύναμα. Περιμένουμε τα επόμενα και το καινούργιο της φετινής βραβευμένης, Λένας Κιτσοπούλου. Και του Τριανταφύλλου.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.