Υπάρχει μια λανθασμένη ­ κατά τη γνώμη μου ­ πολιτική αντίληψη που ισχυρίζεται
ότι για να δημιουργήσεις ορατό εκπαιδευτικό έργο αρκεί να κάνεις αλλαγή στο
σύστημα πρόσβασης των μαθητών από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια
εκπαίδευση, όπου διασφαλίζεις σχεδόν όλες τις συζητήσεις γύρω από τα
εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας. Η όλη πολιτική εστίαση με κεντρικό στόχο τις
εν λόγω εξετάσεις δημιουργεί στρεβλώσεις στη συνολική εκπαιδευτική λειτουργία.
Και να γιατί:


α) Προκαλείται μια δραματοποίηση του θεσμού αυτού που συχνά είναι
ανασταλτικός παράγοντας στην προσπάθεια των μαθητών μας, με στοιχεία μάλιστα
προκαταβολικής ενοχής για την ενδεχόμενη αποτυχία. Απ' ό,τι γνωρίζω, σε καμιά
άλλη ευρωπαϊκή χώρα δε γίνεται «εθνικό θέμα» με πρωτοσέλιδα επί πρωτοσέλιδων
το ποιοι και πώς εισάγονται στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ.


β) Διαμορφώνεται μια αντίληψη πως το όλο παιδαγωγικό σχήμα δικαιώνεται
ή μη στο σύστημα πρόσβασης. Αυτή η άποψη συνυφαίνεται και αλληλοτροφοδοτείται
με τις ισχυρές θεωρήσεις επαγγελματοποίησης της ζωής μας, όπου δηλαδή το άπαν
στη ζωή είναι το επάγγελμα που θα ασκήσουμε. Ο γονέας εμφανίζεται να
ενδιαφέρεται μόνο ή έστω κυρίως για την επαγγελματική πορεία του παιδιού του.
Και ναι μεν αυτή είναι μια βασική πλευρά, αλλά δεν μπορεί να είναι το μοναδικό
εν τοις πράγμασι μέλημά σας. Με την ίδια αποφασιστικότητα πρέπει να ζητούμε
από το σχολείο να διαπλάσει ενάρετους ανθρώπους, να καλλιεργήσει ιδανικά και
αξίες, να σμιλέψει προσωπικότητες που δε θα ετεροκαθορίζονται και θα πιστεύουν
στη δική τους ακτινοβολία. Άλλωστε (και ευτυχώς...) η ευτυχία του ανθρώπου δεν
εξαρτάται από το επάγγελμα που θα επιλέξει ούτε το νόημα της ζωής μπορεί να
αναζητηθεί στα πεδία της επαγγελματικής μας ιεραρχίας.


γ) Σχηματοποιείται μια ιεραρχική κλίμακα κατάταξης των επαγγελμάτων, η
οποία εκτός των απαξιωτικών όψεων που έχει δεν αντιστοιχεί με τη σημερινή και
εν δυνάμει αυριανή πραγματικότητα. Κυριαρχούν οι παραδοσιακές αντιλήψεις
αξιολόγησης των επαγγελμάτων, όταν υπάρχει έντονη ανασύνθεση των εργασιακών
χωρών με ανάδυση διαρκώς νέων επαγγελματικών προσδιορισμών. Εξάλλου για όσους
από τους μαθητές μας έχουν ισχυρές φιλοδοξίες, η υπόθεση κρίνεται στο
μεταπτυχιακό στερέωμα και όχι στην απόκτηση του α' ή του β' πτυχίου.


δ) Τροφοδοτείται μία τάση υποκουλτούρας παραμέλησης της τεχνικής
επαγγελματικής εκπαίδευσης (ΤΕΕ), που έχει ριζώματα και στη διάκριση
πνευματικής / χειρωνακτικής εργασίας. Γιατί να ασχολούμαστε μόνο ή κυρίως με
την εκπαιδευτική εξέλιξη των αποφοίτων του λυκείου και να μην εκφράζουμε
ανάλογο ενδιαφέρον για τους αποφοίτους της ΤΕΕ; Γιατί, ούτως ή άλλως, πρέπει
να δώσουμε αυξημένο βάρος στην ΤΕΕ, όπου παρουσιάζονται οι σοβαρότερες
αδυναμίες του εκπαιδευτικού μας συστήματος.


Πέραν τούτων, το πιο σημαντικό δεν είναι αυτή καθεαυτή η δομή του εξεταστικού
συστήματος αλλά η διαρκής διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Είναι
ιδιαίτερα θετική εκπαιδευτική και κοινωνική εξέλιξη το γεγονός του
διπλασιασμού των εισαγομένων στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ (από 42.00 σε 83.00 περίπου)
τα τελευταία χρόνια. Και αυτή η τάση πρέπει να αναδειχθεί. Να γίνει βασικό
θέμα η εκπαιδευτική προοπτική των μαθητών της ΤΕΕ με λογικές ενθάρρυνσης
συνέχισης των σπουδών τους. Υπάρχει ένα διαχρονικό ισχυρό ενδιαφέρον της
ελληνικής οικογένειας για να μορφώσει τα παιδιά της με κάθε τρόπο. Και είναι
στοιχείο εθνικής ανέλιξης. Αλλά αυτό σημαίνει ότι θα αναζητούμε κάθε στιγμή
την ουσία της μόρφωσης και της διαπαιδαγώγησης και δε θα εγκλωβιζόμαστε στις
δευτερεύουσες όψεις της εκπαίδευσης.


Ο Νίκος Τσούλιας είναι πρόεδρος της ΟΛΜΕ.