Δεν αντέχει την εκφυλισμένη οικειότητα. Αλλά παραμένει «ένας
κινηματογραφόφιλος ηδονοβλεψίας». Άλλωστε η δουλειά, η εκδοχή έστω δουλειάς,
σημαίνει γι’ αυτόν «ανοχή των πάντων». Εκεί που φλέγεται, εκεί σταματά και
μόνο εκεί αγγίζει ο Κώστας Κακαβάς. Ακόμη κι όταν αυτοπυρπολείται από λέξεις
και ιδέες, από θέσεις και αντιθέσεις επιμένει να φλέγεται, σαμποτάροντας τον
ίδιο του τον εαυτό. Κι ύστερα, θέλοντας να κατευνάσει τη φλόγα, να μην μείνουν
μόνο αποκαΐδια, καταφεύγει σε ένα υστερόγραφο λόγου κάτι σαν εν ζωή
υστεροφημία που τόσο συχνά επαναλαμβάνεται: «να είστε σπλαχνική μαζί μου…».
Όσο δύσκολο είναι να παρακολουθήσει κανείς τον φλογισμένο αυτόν άνθρωπο
στην εκφορά λόγου (πετά και ελίσσεται στη σκάλα του λόγου, με χορευτικές
κινήσεις από σκαλί σε σκαλί, δίχως να κρατιέται και δίχως πουθενά να πατά)
άλλο τόσο δύσκολα μπορεί να κατανοήσει την ερμηνεία και τις αποχρώσεις της
λέξης «ευσπλαχνία» στον μέσα του κόσμο. Αγνοείς έως το τέλος αν, ζητώντας
«ευσπλαχνία», ζητά στην ουσία αναστολή της ποινής ή άμεση εκτέλεσή της. Αλλά
διακρίνεις ευκολότερα, τον τρομαγμένο ρομαντικό έφηβο που παραμονεύει στη
διπλή σκιά του 64χρονου άνδρα. Τον έφηβο που παραδίδεται, έτσι έξαφνα, στη
δημοσιότητα που είναι «διεγερτική αλλά είναι και απορριπτική», που είναι
ελκυστική αλλά είναι και βρόχος με το πιθανό δέλεαρ κάποιων κερδισμένων
πόντων. Γι’ αυτό και τόσο συχνά προβάλλει όρους και όπως κάθε έξυπνο παιδί,
απαιτεί μικρές χάρες και μικρότερα ανταλλάγματα που δεν έχουν να κάνουν με
«εγγυήσεις δόξας» όσο δοξάστηκε, τόσο τη μίσησε τη δόξα αλλά με μικρές
αναφορές σε πράγματα ασήμαντα για άλλους, τόσο σημαντικά για εκείνον…
Ο κινηματογράφος, το θέατρο, η διαδικασία να ‘σαι ηθοποιός, αυτό είναι που
τον διεγείρει, που τον κρατά στη ζωή, που τον ανανεώνει αλλά και τον σκοτώνει.
Αυτό μόνο ποθεί και παραδόξως αυτό εκδιώχνει…
Οι «προσωπικοί λόγοι» της μοιραίας αποχής αιωρούνταν κάθε τόσο,
αιχμαλώτιζαν λέξεις και νοήματα, εφορμούσαν σε ανύποπτες στιγμές… Αλλά
ελευθερώθηκαν σαν ριπές καταιγίδας, όταν εκείνος άλλο πια δεν άντεξε! Αυτές οι
ριπές, οι «επόμενες στιγμές» με τον Κώστα Κακαβά, δεν είχαν τη χροιά της
εξομολόγησης αλλά έκρυβαν το μαρτύριο που βιώνει ο εξομολογούμενος, όταν
αφήνεται στο ένστικτο, στην παρόρμηση, αγνοώντας τον τραπεζικό τόκο, το
«επιτόκιο» της κατάθεσης…
«Λεωφορείον ο πόθος» ή «το κρησφύγετο της απουσίας» οι 7.200 τελευταίες
ημέρες της ζωής του; Οι εικόνες τη μια αλληλοκαλύπτονται, την άλλη
αντικρούονται. Ο ζεν πρεμιέ της δεκαετίας του ’60, το αγόρι που λατρεύτηκε όσο
κανένα, η αίγλη και ο μύθος του Κώστα Κακαβά, η σπουδαιότητα και η
«ασημαντότητα» όπως εκείνος θέλει σήμερα να ορίζει, συγκρούονται στο παρόν και
υπεκφεύγουν στο μέλλον.
Μέσα από τον πύρινο καταιγισμό της σκέψης του και τις ελκυστικές (όσο και
μοιραία αντιφατικές) διαδρομές του μυαλού του, ξεπροβάλλει ο ίδιος σαν μια
άλλη κινηματογραφική έκδοση του «Τύφλα να ‘χει ο Μάρλον Μπράντο» όπου ο
ποιητής Αυγερινός στοιχημάτιζε αν στις γυναίκες άρεσε τελικά ο ποιητής ή ο
άντρας… Υπέρμαχος των ιδεών του και είρωνας του εαυτού του, αφήνει το νήμα
να λασκάρει τις στιγμές που η κόντρα ερεθίζει τα εγκεφαλικά του κύτταρα. Του
πρέπει να είναι αμυνόμενος «είμαι άφταστος στην άμυνα, αντιστέκομαι μέχρι
τελικής πτώσεως» αλλά στο νταηλίκι παίρνει «μηδέν»! Ίσως, λέει, κάπου εκεί να
ελλοχεύει «η γυναικεία πλευρά του χαρακτήρα μου που κρύβει μια μεγαλοφυή
διαίσθηση: γνωρίζω από πριν, τα πράγματα που θα μου συμβούν αύριο…».
|
Οι γυναίκες… «Όλες ήταν καλύτερες από μένα. Όλες ήταν κυρίες. Και όλες ανέχθηκαν ένα κομμάτι κρέας κινηματογραφικού ανδρισμού δίπλα τους…»
|
ΔΙΑΘΕΤΕΙ μια «καταπληκτική φωτογραφική μνήμη», αλλά δημόσιες αναδρομές κάνει
μόνο αν θελήσει. Και θέλει σπανίως…
Εκατόν τριάντα δύο ταινίες οι 130 από το 1954 έως το ’70. Και οι δύο, τα δύο
τελευταία χρόνια, ύστερα από «χρόνια απουσία»… Είκοσι πέντε χρόνια έζησε στη
σκιά του εαυτού του, αλλά ακόμη και για να αφήσει τη σκιά του, «περνούσα δυο
φορές από το ίδιο μέρος. Ήμουν άυλος…».
Αποσύρθηκε στην κουίντα της ζωής του κάπου εκεί στα 35 και επιχείρησε την
πρώτη ανάδυση αφού άρχισε να οδοιπορεί στη δεκαετία των εξήντα. Ο «Βαρώνος»
του εμπορικά απέτυχε και τα εκατομμύρια που επενδύθηκαν δεν επέστρεψαν στα
ταμεία της παραγωγής. Κι αυτό το έχει χρεωθεί σαν προσωπική ήττα. Η «Συμφωνία
χαρακτήρων» όμως είναι ένας ανεξόφλητος λογαριασμός αφού η δεύτερη «εκ βάθους
ανάδυσή» του δεν έχει φτάσει στις κινηματογραφικές αίθουσες! Μέσα από το
ανέλπιδο σκηνικό του παρελθόντος, η ορατή ελπίδα του παρόντος αλλά και η
ακροβατούσα προοπτική του μέλλοντος…
«Σίγουρο μέλλον, αυτό είναι που δεν διαθέτουν οι άνθρωποι της ηλικίας μου»,
ακροβατεί και ο ίδιος πάνω στις λέξεις: «Δεν μπορώ να δω τα πράγματα με
μελλοντική μνήμη. Δεν ξέρω πόσο θα ζήσω. Έτσι λογαριάζω τις απλές χαρές και τα
μικρά γεγονότα σαν μεγάλα. Βιώνω την ηλικία που ερανίζει από τη ζωή τα πάντα.
Λίγη στοργή, λίγη προσοχή, ένα αστείο, μια βραδιά με πέντε συμπαθητικά
πρόσωπα, εκεί κρύβεται η ευτυχία…».
Η ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ ΤΟΝ ΕΒΛΑΨΕ
Η ευτυχία… Λέξη ματαιόδοξη, όσο και η… ματαιοδοξία! Στιγμές – στιγμές,
παίζει το ρόλο τού ευτυχή: την ώρα που βυθίζεται σ’ ένα βιβλίο γυμνάζοντας το
μυαλό του αλλά και την ώρα που γυμνάζει το σώμα του. Ενεργοποιεί αυτόν το ρόλο
και τις στιγμές που έχει έναν άξιο συνομιλητή, αλλά να, είναι τρίμματα χρόνου
αυτές οι στιγμές, είναι ψευδαίσθηση, είναι λογοκλοπή αφού…
Έμεινε «απειρόγαμος» δεν τον άφησε η δημοσιότητα που τόσο λάτρεψε και τόσο
μίσησε να πλησιάσει όπως ήθελε τη γυναίκα! Φοβήθηκε τη δέσμευση και σαν παιδί
χωρισμένων γονιών: «Τρεις φορές προσπάθησε ο πατέρας μου να φτιάξει τη ζωή του
και δυο διαζύγια κέρδισε η μάνα μου». Η μοναξιά, το ύψιστο τίμημα των
περίλαμπρων ημερών του. Που καταλήγει εφιαλτική σε (ελάχιστες) ωραίες στιγμές.
Όπως εκείνη «που πήρα ένα βραβειάκι στη Θεσσαλονίκη (ένα μικρό χάιδεμα στην
πλάτη) και αισθάνθηκα την ανάγκη να έχω ένα χέρι δίπλα μου, κάποιον να αγγίξω
και να μοιράσω στα δυο τη μικρή χαρά μου». Όπως κι άλλες, πολλές άλλες
στιγμές, δύσκολες, αυτές που κανείς δεν ανασαίνει δίπλα του: «Αρρωσταίνω και
γίνομαι άγριο ζώο. Μαζεύομαι μέσα μου, διαβάζω, ξεδίνω, αλλά ούτε τη χαρά
μπορείς να νιώσεις αν δεν έχεις μια γυναίκα, ένα παιδί να τη μοιρασθείς, ούτε
τη δυστυχία μπορείς να αντέξεις αν δεν έχεις κάποιον να σε αγγίζει και να τη μετριάζει…».
Ζει μια παντομίμα ζωής αυτός που τρύπωνε σε χιλιάδες γυναικεία όνειρα. Βιώνει
το περιθώριο, την αίσθηση που έχει κάποιος έξω από τα πράγματα, εκείνος που
κρυφάκουσε μυριάδες εξομολογήσεις, που ήταν ερωτικός πομπός και δέκτης, που
πλάσαρε μύθο και παραμύθι. Είναι ο ίδιος που σήμερα σπάζει «το κεφάλι της
μεσήλικης ανδρικής μου αθλιότητας!». Και πίσω απ’ όλα τα γνωστά και
τετριμμένα, ξεπηδά η δική του αλήθεια: «Το θέμα των γυναικών πολύ με
βασάνισε… Υπήρξαν γυναίκες στη ζωή μου, αλλά ποτέ δεν είχα τις χιλιάδες
γυναίκες που είχε ο Ανδρέας Μπάρκουλης! Έζησα λίγους, δυνατούς έρωτες. Με
γυναίκες που όταν τις μετρώ και τις λογαριάζω σήμερα, ήμουν ανάξιός τους. Όλες
ήταν πολύ καλύτερες από μένα, όλες ήταν κυρίες και όλες ανέχθηκαν ένα κομμάτι
κρέας κινηματογραφικού ανδρισμού δίπλα τους…».
Η ζωή είναι που κατάργησε αυτές τις σχέσεις. Οι άνδρες, επιμένει, «είναι
τσαμπουκαλάδες, φωνακλάδες, ανταγωνιστικοί μεταξύ τους… Δυο άντρες ποτέ δεν
γίνονται δυο καλοί φίλοι παρά μόνο δυο καλοί ανταγωνιστικά συνένοχοι!». Ενώ οι
γυναίκες «… βιώνουν έμπιστες σχέσεις με άλλες γυναίκες. Όταν ξεπεράσουν τα
δικά τους, αποκαλύπτουν (και έχουν) εσωτερικό κόσμο, με εξωτερική ίσως μόνη
ένδειξη τη φιλαρέσκειά τους. Σε αντίθεση με τους άνδρες που είναι δυστυχισμένα
όντα και έρχονται σε σύγκρουση με τον ανδρισμό τους…».
ΕΜΕΙΣ ΟΙ «ΑΛΛΟΙ»,ΟΙ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΟΙ
Τι έπαιξε και τι άφησε πίσω του τελικά; «Τον Ρένο που αγαπούσε τη Φωφώ! Ήμουν
μύωψ, τώρα έγινα και πρεσβύωψ αλλά φορώ διπλά γυαλιά για να ξαναδώ και να
απολαύσω κάποιον Αγιορείτη του επαγγέλματος στην τηλεόραση. Όλη η υπόθεση του
παλιού ελληνικού κινηματογράφου είναι κάποιοι καρατερίστες και κωμικοί που τον
σώσανε και όχι οι ζεν πρεμιέ και οι ενζενί! Είναι ο Π. Ζερβός, είναι ο
Παπαγιαννόπουλος. Είναι ο Χατζηχρήστος και ο Αυλωνίτης, είναι η Βασιλειάδου, η
Νίτσα Τσαγανέα, η Τασώ Καββαδία, η Κάκια Παναγιώτου. Εμείς, οι “άλλοι”,
πλαστογραφούσαμε την αλήθεια, παίζαμε ήρωες που δεν ήταν αληθινοί…».
Πάντα αισθανόταν και πάντα θα είναι ένας κλοσάρ του επαγγέλματος: «Αλήτευα από
επιτυχία σε λιγότερη επιτυχία και από αποχή σε παρουσία. Θα αλητεύω από τη μια
σκέψη στην άλλη. Και πάντα θα ειρωνεύομαι τα καπρίτσια της επικίνδυνης
μαιτρέσας που ακούει στο ψευδώνυμο επιτυχία, δημοσιότητα, μυθοποίηση. Θα
χλευάζω αυτά τα εφήμερα και άχρηστα που ανταποδίδουν “κάτι”, μόνο όταν σε
βοηθούν να επιστρέφεις στο επάγγελμα πολλαπλασιασμένα όσα σού έδωσε. Ηθοποιός,
όπως δημοσιογράφος, αθλητής, πολιτικός, δεν είναι παρά επαγγέλματα βιτρίνας!
Που μας δίνουν προσβλητικές, αηδιαστικές και απάνθρωπες, για τους άλλους,
ασυλίες. Για να τις απολαύσουμε εμείς, κάποιος άλλος θα χάσει την αξιοπρέπειά
του, το σεβασμό και τη σοβαρότητά του. Κάθε φορά που κάποιοι ζητούν αυτόγραφο
και κάποιοι άλλοι προσφέρουν κολακείες και διακρίσεις, συντηρείται και
παίζεται το ζημιογόνο παιχνίδι των εξαιρέσεων. Ένα παιγνίδι που έχει σαν
αποτέλεσμα να γίνεσαι απορριπτικός για τον απλό άνθρωπο θα ‘θελε κι αυτός
ένα κομματάκι ασυλίας αλλά έχει υψηλό κόστος και κανείς δεν του το προσφέρει!».
|
«Συμφωνία χαρακτήρων». Μέσα από το ανέλπιδο σκηνικό του παρελθόντος, η ορατή ελπίδα του παρόντος και η ακροβατούσα προοπτική του μέλλοντος. (Με την Κ. Λυπηρίδου στη «Συμφωνία χαρακτήρων»)
|
ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ «αφετηρίες χωρίς τέρμα» και τα «σαρπράιζ πάρτι» είναι περισσότερο
επιτυχημένα από τα οργανωμένα. Το απροσδόκητο έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από
το αναπόφευκτο κι εκείνος που είχε αποφασίσει να μην ξαναγίνει δημόσιο «θέμα»
αφήνεται σε μια ανερμάτιστη και απρογραμμάτιστη εξομολόγηση, άλλοτε θυμωμένος
και οργισμένος άλλοτε νηφάλιος και γαλήνιος μα πάντα γοητευτικός και απρόβλεπτος…
Το μόνο προβλέψιμο στον Κώστα Κακαβά είναι η αντίδραση που θα αντιτάξει στην
πίεση που θα δεχθεί. Αρπάζεται από τα ηνία των λέξεων, ιππεύει και βολτάρει
πάνω τους, άλλωστε «και στον κινηματογράφο σεργιανίζουμε πάνω σε λέξεις που
έχουν γράψει άλλοι».
Εμμένει στις πεισματικές του θέσεις και έχει ευφυή επιχειρήματα που μοιάζουν
ακλόνητα για κάθε αντίθεση. Οι περισσότερες μνήμες είναι θαμμένες όπως τα
ενθυμήματα και τα «μνημεία» των αλλοτινών εποχών στην παλιά καπελιέρα αλλά
επιστρέφει στην αφίσα της μνήμης του, όταν πυροδοτείται. Η αυτοκτονία της
Ρένας Παγκράτη, του ‘φερε εσωτερικό πόνο. Και η περιπέτεια του Ανδρέα
Μπάρκουλη «υπάρξαμε φίλοι στη ζωή και αιώνιοι αντίπαλοι στην οθόνη,
αλλάζοντας κάθε φορά φανέλες πριν από τον αγώνα» του θύμισε πολλά δικά του.
Μια ισχυρή δόση πικρίας «πικρίζει» σε δευτερόλεπτα τα λόγια του και ναι, το
ομολογεί, υπάρχει μέσα του, «με τρέφει, με ξυπνάει, είναι ο κωδικός που
ανοίγει την οθόνη του προσωπικού μου Ίντερνετ».
Ο Μπάρκουλης, οι χειροπέδες, η «πτώση» και «κατάπτωση» της προσωπικής
ελευθερίας, μέσα από την υπογραφή ενός εισαγγελέα, όλα αυτά συνθέτουν το
θρίλερ. Τι είναι τελικά παράνοια και τι δεν είναι; «Τον ορισμό της τρέλας, τον
δίνει πια η κοινωνιολογία και όχι η ψυχανάλυση. Ποιος είναι τρελός; Μα αυτός
που διαφέρει από τους άλλους!».
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟ ΝΑ ΣΕ ΠΟΥΝ ΤΡΕΛΟ
Τον είπαν κι εκείνο πολλές φορές «τρελό», χρειάστηκε να απαντήσει, να αμυνθεί,
να σιωπήσει αλλά «τελικά δεν είναι και κακό να σε πουν τρελό! Το πρόβλημα
είναι να σε πουν κακό ή ασυνείδητο. Και κακός ή ασυνείδητος είναι αυτός που
δεν χάνει ποτέ τον ύπνο του, αυτός που θεωρεί ότι η ευγένεια και η ευαισθησία
είναι σπατάλη μυαλού και χρόνου!».
Εκείνος που θα ‘θελε, αν δεν ήταν ηθοποιός «να ‘μουν χορευτής ή
δημοσιογράφος», θεωρεί ότι «τόσο εύκολα η ψυχιατρική μπορεί να προκαλέσει
κοινωνική ύπνωση, να σου κολλά στο κούτελο την ετικέτα και να λέει από πάνω
“είναι για το καλό σου”. Οι ειδικοί της “νεφελώδους” αυτής επιστήμης που
κάποτε εξυπηρετούν και αυταρχικά καθεστώτα, μπορούν (με το αζημίωτο πάντα) να
γίνονται ταχυδακτυλουργοί της αλήθειας και της λογικής, να βγάζουν το κουνέλι
από το καπέλο και να κάνουν το άσπρο μαύρο και το μαύρο άσπρο.
Προσωπικά πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι χάνουν απλώς την ισορροπία τους
κάποια δεδομένη στιγμή (συμβαίνει και σε μένα αυτό και τότε με λένε τρελό) κι
αυτό που χρειάζονται δεν είναι ψυχανάλυση αλλά αντιψυχανάλυση. Ψυχανάλυση
χρειάζεται το περιβάλλον του υποτιθέμενου ασθενούς…».
«Και ποιος δεν έχασε, έστω μια φορά, την ισορροπία του;» αναρωτιέται. «Εδώ
βλέπεις μια ωραία γυναίκα να σταυρώνει τις υπέροχες γάμπες της και… χάνεσαι!
Είναι φορές που όλοι προσπαθούμε να το σκάσουμε από τον εαυτό μας με εισιτήριο
την τρέλα και την παράνοια…».
Είναι φορές που δραπετεύει από τον εαυτό του και κινείται σ’ ένα λαμπερό
διάστημα, στο ενδιάμεσο, στην κόψη της λάμας. Όσες ώρες, μου εξομολογείται,
μιλούσαμε, περιπολούσε στο μυαλό του «κάτι», ένα δραματικό υστερόγραφο και
τηλεφώνησε αργότερα να το καταθέσει, επιμένοντας στη δημοσιοποίησή του: «Έχω
ένα πρόβλημα που πλέον διαιωνίζεται. Καλλιεργείται μια ατμόσφαιρα στρες και
ενόχλησης στη ζωή μου σε σημείο που μου φαίνεται η πρόσβαση στη δουλειά και
στις κοινωνικές μου επαφές, μαρτύριο. Δυστυχώς, έχω χρεωθεί κάποιους που με
ενοχλούν σε καθημερινή βάση, παίζοντας μέσα στη ζωή μου την πιο απάνθρωπη
φάρσα που έχει παιχθεί σε άνθρωπο. Σήμερα έδιωξα δύο σπουδαίες τηλεοπτικές
προτάσεις που μου έγιναν, χάνω διαρκώς ευκαιρίες, δεν έχω τον τρόπο να αμυνθώ…».
Δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον παράγοντα «δουλειά», αυτός που όταν δουλεύει
«δουλεύω σαν κτήνος. Και μόνο τότε υπάρχω… Κάποτε πρέπει να βγαίνω και όταν
γυρίζω να βρίσκω εντάξει το σπίτι μου, να οδηγώ και να μην με τρακάρουν, να
βάζω τον τηλεφωνητή μου και να μην ακούω απειλές»…
Η ΣΥΜΠΤΩΣΗ ΚΑΙ Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ
Τον ρώτησα, μήπως όλα αυτά είναι εμμονές, μήπως νομίζει ότι ολάκερο το σύμπαν
συνωμοτεί εναντίον του. Και μου απάντησε: «Η πρώτη φορά είναι σύμπτωση. Η
δεύτερη συνωμοσία… Μπορεί να υπάρχουν και ορισμένες εμμονές, αλλά αδυνατώ να
παίζω με τον εαυτό μου ρωσική ρουλέτα… Κάποιες φορές το μυαλό αρνείται τις
συμπτώσεις και παίρνει ανάποδες στροφές.
Ανατρέπεται η λογική της ζωής. Και τότε εμφανίζει κανείς κατά Παυλόφ αντιδράσεις…».
Αυτό είναι το βαθύτερο μυστικό του Κώστα Κακαβά. Είναι αυτάρκης, δεν
επιβαρύνει κανέναν, μια μικρή περιουσία τον συντηρεί κι όσες φορές χρειάστηκε,
δούλεψε από υπάλληλος γραφείου έως καθαριστής σε σπίτια. Αλλά εξοστρακισμένος
από την ίδια του τη ζωή. Μιλάει με ασύλληπτο πάθος για τη νέα του δουλειά στη
«Συμφωνία χαρακτήρων» της κ. Ρικάκη. Υποδύεται έναν πατέρα που είναι «ένας
απόμαχος της ζωής, ένας σαμουράι που κάνει χαρακίρι με τις ενοχές του, ένας
άνθρωπος που παίρνει το “Τελευταίο τσάι στη Σαχάρα”, ένας παλιός φαλλοκράτης
που περιφρόνησε την ανάγκη της ανταπόδοσης και έρχεται η ίδια η ζωή, σαν
ανοικτός λογαριασμός, να του δείξει…». Αυτός ο πατέρας «που μου θυμίζει τον
εαυτό μου», ζει στα όρια του μύθου του, κατασκοπεύοντας την αιώνια οπτασία
γυναίκας την «μις απέναντι» που υποδύεται η Βίκυ Κουλιανού: «η “μις απέναντι”
είναι μια κάμα σούτρα ερωτικών υποσχέσεων, με τη φλυαρία του κορμιού της για
τον απόμαχο που περνά ψυχική κλιμακτήριο σαν τη δική μου». Η κόρη του
Κατερίνα Λυπηρίδου είναι μια φεμινίστρια, «αλλά με απολιθώματα παλιού
φεμινισμού, αυτόν που η γυναίκα κοιτάζει τον άντρα σαν ορυκτό και όχι σαν
υπόλοιπο δικό της…».
Την αγαπά αυτή την ταινία που του μοιάζει «σαν τον τελευταίο εφησυχασμό που
περνά από μέσα μας και που καταλήγει σε πράξεις, καμωμένες από παλιές ανδρικές αμηχανίες…».
- Ο Μπιλ και η Χίλαρι Κλίντον αρνούνται να καταθέσουν στην Επιτροπή του Κογκρέσου για τον Τζέφρι Έπστιν
- Παραιτήθηκε η Μαρία Καρυστιανού από το Δ.Σ. του συλλόγου «Συγγενών των Θυμάτων του Εγκλήματος των Τεμπών»
- Η μυστική συνάντηση του Στιβ Γουίτκοφ με τον γιο του Σάχη: Πώς οι ΗΠΑ προετοιμάζουν τη διάδοχη κατάσταση









