Δημόσιοι υπάλληλοι που συμπληρώνουν δημόσια πραγματική υπηρεσία ενός (1) έτους

δικαιούνται κανονική άδεια απουσίας με αποδοχές, η διάρκεια της οποίας

ορίζεται σε είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, αν ακολουθούν εβδομάδα πέντε (5)

εργάσιμων ημερών και είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες αν ακολουθούν

εβδομάδα έξι (6) εργασίμων ημερών.

Ο χρόνος της κανονικής αδείας επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε

έτος απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των είκοσι πέντε

(25) ή τριάντα (30) εργασίμων ημερών, προκειμένου για πενθήμερη ή εξαήμερη

εβδομάδα εργασίας, αντίστοιχα.

Με απόφαση του υπουργού Εξωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης μπορεί

να προσαυξάνεται έως τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες ο αριθμός των ημερών

κανονικής αδείας των υπαλλήλων που υπηρετούν σε παραμεθόριες περιοχές.

Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν εφαρμόζονται σε όσους έχουν κατά

τις κείμενες διατάξεις διακοπές εργασίας.

Οι υπάλληλοι αυτοί μπορούν, εφόσον συντρέχουν σοβαροί λόγοι ανάγκης, να

παίρνουν κανονική άδεια με αποδοχές έως δέκα (10) εργάσιμες ημέρες κατ’ έτος.

Χορήγηση κανονικών αδειών

Δεκαπέντε (15) ημέρες από την κανονική άδεια χορηγούνται υποχρεωτικά, εφόσον

το ζητήσει ο υπάλληλος, από 15 Μαΐου έως 31 Οκτωβρίου. Η υποχρέωση αυτή δεν

ισχύει σε υπηρεσίες, οι οποίες έχουν καθοριστεί με απόφαση του οικείου

υπουργού και κατά την περίοδο αυτή βρίσκονται στην αιχμή της λειτουργίας τους

ή λειτουργούν σε εικοσιτετράωρη βάση. Όταν με αίτηση του υπαλλήλου ολόκληρη η

άδεια χορηγείται εκτός από την περίοδο αυτή, προσαυξάνεται κατά πέντε (5)

εργάσιμες ημέρες. Η προσαύξηση αυτή δεν χορηγείται, όταν ο υπάλληλος κάνει

χρήση της κανονικής του αδείας κατά την περίοδο των Χριστουγέννων και του Πάσχα.

Η υπηρεσία στην οποία ανήκει ο υπάλληλος χορηγεί υποχρεωτικά σ’ αυτόν μέσα στο

δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους την κανονική άδεια που δικαιούται και αν ακόμα δεν

την ζητήσει.

Επιτρέπεται να μη χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται η κανονική

άδεια προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας, ύστερα

όμως από έγκριση του οργάνου που προΐσταται εκείνου, το οποίο είναι αρμόδιο

για τη χορήγηση της άδειας. Αν τέτοιο όργανο δεν υπάρχει, αποφασίζει το

αρμόδιο για τη χορήγηση αδείας όργανο.

Η άδεια που δεν χορηγήθηκε κατ’ εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου,

χορηγείται υποχρεωτικά το επόμενο έτος.

Δικαίωμα ειδικής αδείας

Οι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα αδείας απουσίας με αποδοχές πέντε (5) εργασίμων

ημερών σε περίπτωση γάμου και τριών (3) εργασίμων ημερών σε περίπτωση θανάτου

συζύγου τους ή και συγγενούς έως και β’ βαθμού.

Επίσης δικαιούνται, κατόπιν τεκμηριωμένης αίτησης, ειδική άδεια με αποδοχές

διάρκειας μίας (1) έως τριών (3) ημερών κατά περίπτωση για την άσκηση του

εκλογικού δικαιώματος ή για τη συμμετοχή σε δίκη ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου.

Υπάλληλοι οι οποίοι πάσχουν ή έχουν τέκνα που πάσχουν από νόσημα το οποίο

απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος, δικαιούνται ειδική άδεια με αποδοχές έως

είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες τον χρόνο.

Υπάλληλοι με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω δικαιούνται

από την υπηρεσία κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές έξι (6) εργασίμων

ημερών επιπλέον της κανονικής τους αδείας.

Λοιπές άδειες, οι οποίες προβλέπονται από ειδικές διατάξεις, διατηρούνται.

Άδειες χωρίς αποδοχές

Επιτρέπεται η χορήγηση στον υπάλληλο, ύστερα από αίτησή του, αδείας άνευ

αποδοχών, εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν. Η άδεια αυτή δεν

μπορεί να υπερβεί τον ένα (1) μήνα εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους.

Στους υπαλλήλους επιτρέπεται η χορήγηση αδείας άνευ αποδοχών, συνολικής

διάρκειας έως δύο (2) ετών, ύστερα από αίτησή τους και γνώμη του υπηρεσιακού

συμβουλίου για σοβαρούς ιδιωτικούς λόγους.

Υπάλληλος του οποίου ο σύζυγος υπηρετεί στο εξωτερικό, σε ελληνική υπηρεσία

του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή άλλου φορέα του δημοσίου τομέα ή σε υπηρεσία ή φορέα της

Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει και η Ελλάδα,

δικαιούται να πάρει άδεια χωρίς αποδοχές μέχρι έξι (6) έτη συνεχώς ή και

τμηματικά, εφόσον έχει συμπληρώσει διετή πραγματική υπηρεσία.

Στον υπάλληλο που αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό

στον οποίο μετέχει η Ελλάδα χορηγείται, ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού

συμβουλίου, άδεια χωρίς αποδοχές μέχρι πέντε (5) έτη, η οποία μπορεί να

παραταθεί με την ίδια διαδικασία για μία ακόμα πενταετία. Αν ο υπάλληλος δεν

εμφανιστεί να αναλάβει καθήκοντα μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της αδείας,

θεωρείται ότι παραιτήθηκε αυτοδικαίως από την υπηρεσία.

Ο χρόνος της αδείας άνευ αποδοχών δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας για

όλα τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης του υπαλλήλου.

Άδειες μητρότητας

Στις υπαλλήλους, οι οποίες κυοφορούν, χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις

αποδοχές δύο (2) μήνες πριν και τρεις (3) μήνες μετά τον τοκετό. Η άδεια λόγω

κυοφορίας χορηγείται ύστερα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού για τον

πιθανολογούμενο χρόνο τοκετού.

Όταν ο τοκετός πραγματοποιείται σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που είχε

πιθανολογηθεί αρχικά, η άδεια η οποία είχε χορηγηθεί παρατείνεται μέχρι την

πραγματική ημερομηνία του τοκετού, χωρίς αυτή η παράταση να συνεπάγεται

αντίστοιχη μείωση του χρόνου της αδείας που χορηγείται μετά τον τοκετό. Όταν ο

τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που είχε αρχικά

πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της αδείας χορηγείται μετά τον τοκετό, ώστε να

εξασφαλιστεί χρόνος συνολικός πέντε (5) μηνών.

Σε κυοφορούσες υπαλλήλους που έχουν ανάγκη ειδικής κατ’ οίκον θεραπείας, πέραν

της αναρρωτικής αδείας με αποδοχές, χορηγείται κανονική άδεια κυοφορίας με

αποδοχές, ύστερα από βεβαίωση θεράποντος ιατρού και διευθυντή γυναικολογικής ή

μαιευτικής κλινικής ή τμήματος δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος.

Στις υπαλλήλους που υιοθετούν τέκνο χορηγείται άδεια τριών (3) μηνών με

πλήρεις αποδοχές ετός του πρώτου εξαμήνου μετά την περαίωση της διαδικασίας

της υιοθεσίας, εφόσον το υιοθετημένο τέκνο είναι ηλικίας έως έξι (6) ετών.

Επιδόματα λόγω τοκετού που καταβλήθηκαν στον υπάλληλο ΝΠΔΔ, λόγω υποχρεωτικής

ασφάλισης σε ασφαλιστικούς οργανισμούς, εκπίπτουν από τις αποδοχές που

καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας εφόσον η ασφάλιση

θεμελιώνεται και σε συνεισφορά του νομικού προσώπου.

Διευκολύνσεις υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις

Η άδεια χωρίς αποδοχές χορηγείται υποχρεωτικά, χωρίς γνώμη υπηρεσιακού

συμβουλίου, όταν πρόκειται για ανατροφή παιδιού ηλικίας έως και έξι ετών.

Στις μητέρες υπαλλήλους ο χρόνος εργασίας μειώνεται κατά δύο ώρες ημερησίως

εφόσον έχουν τέκνα ηλικίας έως δύο ετών και κατά μία ώρα, εφόσον έχουν τέκνα

ηλικίας από δύο έως τεσσάρων ετών. Η μητέρα υπάλληλος δικαιούται εννέα μήνες

άδεια με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, εφόσον δεν κάνει χρήση τού κατά το

προηγούμενο εδάφιο μειωμένου ωραρίου.

Όταν ο ένας γονέας λάβει την άδεια, ο άλλος δεν έχει δικαίωμα να κάνει χρήση

των διευκολύνσεων για το ίδιο διάστημα.

Σε περίπτωση διάστασης, διαζυγίου, χηρείας ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο των

γονέων του, τη γονική άδεια δικαιούται ο γονέας που ασκεί τη γονική μέριμνα.

Οι υπηρεσίες υποχρεούνται να διευκολύνουν τους υπαλλήλους που έχουν τέκνα τα

οποία παρακολουθούν μαθήματα Πρωτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, για να

επισκέπτονται το σχολείο των παιδιών τους με σκοπό την παρακολούθηση της

σχολικής τους επίδοσης.

Με απόφαση του υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης

ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων της προηγούμενης

παραγράφου και καθορίζεται το ανώτατο όριο ημερών απουσίας.

Δικαίωμα αναρρωτικής αδείας

Ο υπάλληλος, ο οποίος έχει συμπληρώσει τριετή πραγματική υπηρεσία και είναι

ασθενής ή χρειάζεται να αναρρώσει, δικαιούται αναρρωτική άδεια με αποδοχές

τόσων μηνών όσα είναι τα έτη της υπηρεσίας του, από την οποία αφαιρείται το

σύνολο των αναρρωτικών αδειών που τυχόν έχει λάβει μέσα στην προηγούμενη

πενταετία. Αναρρωτική άδεια χορηγούμενη χωρίς διακοπή δεν μπορεί να υπερβεί

τους δώδεκα μήνες.

Υπάλληλος με πραγματική υπηρεσία λιγότερη από τρία έτη δικαιούται, για τους

ίδιους λόγους, αναρρωτική άδεια με αποδοχές τόσων μηνών όσα τα έτη υπηρεσίας

του, από την οποία αφαιρείται το σύνολο των αναρρωτικών αδειών που έχει μέχρι

τότε λάβει.

Χρόνος υπηρεσίας τουλάχιστον έξι (6) μηνών θεωρείται ως πλήρες έτος.

Στην αναρρωτική άδεια συνυπολογίζονται και οι ημέρες απουσίας λόγω ασθενείας

που προηγήθηκαν της αδείας.

Οι υπάλληλοι που πάσχουν από δυσίατα νοσήματα, δικαιούνται αναρρωτικές άδειες,

των οποίων η διάρκεια είναι διπλάσια από τη διάρκεια των αδειών των

προηγούμενων παραγράφων.

Τα δυσίατα νοσήματα καθορίζονται με απόφαση του υπουργού Υγείας και Πρόνοιας,

η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας.

Χορήγηση της αναρρωτικής αδείας

Η αναρρωτική άδεια χορηγείται ανά τρίμηνο ή σε περίπτωση δυσίατων νοσημάτων

ανά εξάμηνο το πολύ, ύστερα από γνωμάτευση της οικείας υγειονομικής επιτροπής.

Βραχυχρόνιες αναρρωτικές άδειες χορηγούνται: α) με υπεύθυνη δήλωση του

υπαλλήλου ή γνωμάτευση θεράποντος ιατρού έως δύο (2) ημέρες κάθε φορά και όχι

περισσότερες από τέσσερις (4) ημέρες κατ’ έτος, β) με γνωμάτευση του

θεράποντος ιατρού έως τρεις (3) ημέρες κάθε φορά και όχι περισσότερες από έξι

(6) κατ’ έτος γ) με γνωμάτευση του διευθυντή κλινικής δημόσιου νοσοκομείου έως

πέντε (5) ημέρες κάθε φορά και όχι πέραν των δέκα (10) ημερών κατ’ έτος.

Το σύνολο των βραχυχρόνιων αναρρωτικών αδειών που χορηγούνται χωρίς γνωμάτευση

υγειονομικής επιτροπής δεν υπερβαίνει αθροιστικά τις 10 ημέρες τον χρόνο. Ο

υπάλληλος υποχρεούται να δεχτεί την επίσκεψη του ελεγκτή γιατρού.

Η αποστολή γιατρού για έλεγχο υπαλλήλου που κάνει χρήση βραχυχρόνιων

αναρρωτικών αδειών κατ’ επανάληψη είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία.

Διαδικασία χορήγησης αναρρωτικής αδείας

Η αναρρωτική άδεια χορηγείται ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου ή και αυτεπαγγέλτως.

Αναρρωτική άδεια πέραν των δέκα (10) ημερών κατ’ έτος χορηγείται ύστερα από

γνωμάτευση της οικείας υγειονομικής επιτροπής, με εξαίρεση την περίπτωση κατά

την οποία η άδεια χορηγείται βάσει κοινής γνωμάτευσης του διευθυντή κλινικής

δημόσιου νοσοκομείου και ενός γιατρού του ίδιου νοσοκομείου.

Το αρμόδιο για τη χορήγηση της αναρρωτικής αδείας όργανο είτε χορηγεί ολόκληρη

την άδεια που προτείνει η πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή ή, εάν κρίνει τη

γνωμάτευσή της ως αναιτιολόγητη, παραπέμπει τον ενδιαφερόμενο για εξέταση στη

δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί μέσα σε δέκα

ημέρες από την κοινοποίηση σ’ αυτόν της γνωμάτευσης της πρωτοβάθμιας

υγειονομικής επιτροπής να ζητήσει με ένστασή του νέα εξέταση από την οικεία

δευτεροβάθμια επιτροπή είτε όταν η πρωτοβάθμια έχει απορρίψει εξ ολοκλήρου την

αίτησή του είτε όταν η απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής δεν είναι ομόφωνη.

Η αναρρωτική άδεια που προτείνεται από τη δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή

χορηγείται υποχρεωτικά.

Δικαίωμα ένστασης ενώπιον της οικείας υγειονομικής επιτροπής έχουν η υπηρεσία

και ο υπάλληλος για την κατ’ εξαίρεση χορήγηση αδείας.

Η αίτηση υπαλλήλου για παράταση αναρρωτικής αδείας υποβάλλεται το αργότερο

μέσα στο τελευταίο δεκαπενθήμερο του χρόνου της αδείας που του έχει χορηγηθεί.

Ύστερα από εξέταση, καθώς και μετά τη λήξη του ανώτατου χρονικού ορίου

αναρρωτικής αδείας, οι υγειονομικές επιτροπές γνωμοδοτούν εάν η νόσος είναι

ιάσιμη ή όχι.

Οι προϊστάμενες αρχές μπορούν να παραπέμπουν και αυτεπαγγέλτως υπαλλήλους στις

δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές για απόλυσή τους, εάν κρίνουν ότι δεν

μπορούν να εκτελούν τα καθήκοντά τους λόγω σωματικής ή πνευματικής

ανικανότητας και πριν χορηγηθεί αναρρωτική άδεια ή μετά τη λήξη αναρρωτικής αδείας.

Κατά της γνωμοδότησης αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής για απαλλαγή εκ της

υπηρεσίας λόγω ασθενείας, δικαιούται ο ενδιαφερόμενος να ασκήσει προσφυγή σε

αποκλειστική προθεσμία δέκα ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης της

υγειονομικής επιτροπής ενώπιον της επιτροπής ενστάσεων.

Στην ίδια επιτροπή μπορεί να ασκήσει προσφυγή ο υπάλληλος κατά της γνωμάτευσης

της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής με την οποία κρίθηκε ικανός για ανάληψη υπηρεσίας.

Ο υπάλληλος είναι υποχρεωμένος να παρουσιάζεται για ιατρική εξέταση, εφόσον το

ζητήσει η επιτροπή. Αν δεν παρουσιαστεί, δεν χορηγείται αναρρωτική άδεια.

Ο υπάλληλος, ο οποίος βρίσκεται δικαιολογημένα εκτός της έδρας του,

υποχρεούται αμέσως μόλις ασθενήσει να υποβάλει αίτηση χορήγησης αναρρωτικής

αδείας στην πλησιέστερη υγειονομική επιτροπή. Αν η υγειονομική επιτροπή δεν

εξετάσει για οποιοδήποτε λόγο τον υπάλληλο έως ότου επανέλθει στην έδρα του,

υποχρεούται να διαβιβάσει την αίτηση με τα σχετικά δικαιολογητικά στην

υγειονομική επιτροπή της έδρας του υπαλλήλου.

Αν η αρμόδια υγειονομική επιτροπή κρίνει ότι για τη χορήγηση αναρρωτικής

αδείας είναι αναγκαία η παρακολούθηση του υπαλλήλου για ορισμένο διάστημα σε

νοσηλευτικό ίδρυμα, η άδεια δεν χορηγείται χωρίς την παρακολούθηση αυτή,

εφόσον η άδεια αυτή έχει ήδη διανυθεί βάσει γνωμάτευσης πρωτοβάθμιας

επιτροπής, εκτός εάν για τη χορήγησή της διαπιστώνεται βαρεία αμέλεια ή δόλος

του υπαλλήλου.

Ειδικές διατάξεις για έλεγχο της κατ’ οίκον ασθενείας των υπαλλήλων

διατηρούνται σε ισχύ.

Άδειες υπηρεσιακής εκπαίδευσης

Για τη συμμετοχή του σε προγράμματα μετεκπαίδευσης και προγράμματα ή κύκλους

μεταπτυχιακής εκπαίδευσης ο υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει άδεια υπηρεσιακής

εκπαίδευσης. Άδεια δεν χορηγείται αν ο υπάλληλος έχει υπερβεί κατά τον χρόνο,

για τον οποίο ζητείται η άδεια, το πεντηκοστό έτος της ηλικίας του ή δεν έχει

συμπληρώσει 3 χρόνια πραγματικής υπηρεσίας. Προκειμένου για συμμετοχή σε

προγράμματα μετεκπαίδευσης με διάρκεια μικρότερη του έτους, άδεια δεν

χορηγείται αν ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του.

Η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης χορηγείται από τον αρμόδιο υπουργό ή από τη

διοίκηση του οικείου ΝΠΔΔ, ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου και μετά τη σύμφωνη

γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο συνεκτιμά τη συνάφεια της

μετεκπαίδευσης ή της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης με το αντικείμενο της υπηρεσίας

του, καθώς και την υπηρεσιακή επίδοση, τις γνώσεις και την ηλικία του

υπαλλήλου. Ειδικά, προκειμένου περί εκπαιδευτικής αδείας στο εξωτερικό,

απαιτείται πολύ καλή γνώση της γλώσσας της χώρας στην οποία πρόκειται να

μεταβεί ο υπάλληλος.

Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά, εάν ο υπάλληλος έχει λάβει υποτροφία από το

Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Υποτροφία από άλλο ίδρυμα ή οργανισμό ημεδαπό,

διεθνή ή αλλοδαπό ή αλλοδαπή κυβέρνηση για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή

εκπαίδευση σχετιζόμενη με το αντικείμενο της υπηρεσίας του υπαλλήλου

συνεκτιμάται για τη χορήγηση της άδειας. Η άρνηση χορήγησης της άδειας πρέπει

να αιτιολογείται ειδικώς.

Η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης δεν μπορεί να υπερβεί τη διετία. Σε περίπτωση

φοίτησης σε προγράμματα ή κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών διάρκειας δύο (2) ετών

ή εκπόνησης διδακτορικής διατριβής, ή άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης δεν μπορεί

να υπερβεί τα τρία (3) ή τα τέσσερα (4) χρόνια αντίστοιχα. Καθ’ όλη τη

διάρκεια της υπηρεσίας του υπαλλήλου δεν μπορεί να χορηγηθεί σ’ αυτόν άδεια

υπηρεσιακής εκπαίδευσης πέρα των πέντε (5) ετών.

Ο υπάλληλος στον οποίο χορηγείται άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης λαμβάνει τις

αποδοχές του. Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή

μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εσωτερικό, παρέχονται αποδοχές αυξημένες κατά 15%.

Ύστερα από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου μπορεί να χορηγηθούν

αποδοχές αυξημένες έως και 75%. Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για

μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό, παρέχονται αποδοχές

αυξημένες στο διπλάσιο. Η προσαύξηση των αποδοχών μειώνεται κατά το μέρος που

καλύπτεται από υποτροφία ή άλλου είδους χρηματική αμοιβή ή αποζημίωση που

τυχόν χορηγείται στον υπάλληλο στο εσωτερικό ή το εξωτερικό. Ο υπάλληλος

δικαιούται επίσης οδοιπορικά έξοδα μετάβασης και επιστροφής.

Η άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης μπορεί να ανακαλείται για εξαιρετικούς λόγους

που αφορούν στην υπηρεσία ή για λόγους που ανάγονται στην επίδοση του

υπαλλήλου πριν από την πάροδο του χρόνου της λήξης της με πράξη του αρμοδίου

για τη χορήγησή της οργάνου, η οποία εκδίδεται έπειτα από σύμφωνη και ειδικώς

αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Μετά το τέλος της άδειας εκπαίδευσης ο υπάλληλος υποχρεούται να υπηρετήσει στο

Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ για χρονικό διάστημα ίσο με το τριπλάσιο του χρόνου της

άδειας. Το διάστημα αυτό δεν μπορεί να είναι λιγότερο από τρία (3) ούτε

περισσότερο από δέκα (10) έτη. Σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσής του αυτής

ο υπάλληλος υποχρεούται να επιστρέψει τις αποδοχές που έλαβε κατά τον χρόνο

της άδειας, ο οποίος δεν υπολογίζεται στην περίπτωση αυτή ως χρόνος

πραγματικής υπηρεσίας.

Με απόφαση του υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης

καθορίζονται οι υποχρεώσεις των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια της άδειας του

παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Άδειες για επιμορφωτικούς ή επιστημονικούς λόγους

Άδειες μικρής χρονικής διάρκειας χορηγούνται υποχρεωτικά, έπειτα από αίτησή

τους, σε υπαλλήλους που μετέχουν σε διαγωνισμούς για να πάρουν υποτροφία ή να

εισαχθούν στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης ή για να επιλεγούν για φοίτηση

σε κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών, σε αντικείμενα που ενδιαφέρουν την υπηρεσία.

Όμοιες άδειες μπορεί να χορηγούνται για συμμετοχή σε συνέδρια, συνδιασκέψεις,

σεμινάρια και κάθε είδους συναντήσεις επιστημονικού χαρακτήρα, στο εσωτερικό ή

το εξωτερικό, εφόσον η συμμετοχή κρίνεται συμφέρουσα για την υπηρεσία.

Οι άδειες των προηγουμένων παραγράφων χορηγούνται από τον οικείο υπουργό ή τη

διοίκηση του οικείου ΝΠΔΔ κατά περίπτωση, ύστερα από γνώμη του άμεσου

προϊσταμένου του υπαλλήλου, με αποδοχές για όλο τον χρόνο κατά τον οποίο ο

υπάλληλος μετέχει στον διαγωνισμό ή τις λοιπές δραστηριότητες. Στον χρόνο αυτό

προστίθενται οι ημέρες που είναι αναγκαίες για τη μετάβαση και επιστροφή του υπαλλήλου.

Άδειες εξετάσεων

Στους υπαλλήλους οι οποίοι είναι μαθητές, σπουδαστές ή φοιτητές, προπτυχιακοί

ή μεταπτυχιακοί, σε σχολεία και ιδρύματα και των τριών βαθμίδων εκπαίδευσης,

χορηγείται άδεια εξετάσεων με αποδοχές. Η άδεια εξετάσεων δεν μπορεί να

υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες κάθε έτος και χορηγείται συνεχώς ή

τμηματικώς κατά την εξεταστική περίοδο, που ζητεί ο ενδιαφερόμενος. Οι άδειες

εξετάσεων χορηγούνται για τον χρόνο φοίτησης και μέχρι δύο το πολύ εξάμηνα

μετά τη λήξη του, εφόσον ο υπάλληλος εξακολουθεί να φοιτά. Για κάθε ημέρα

εξετάσεων χορηγείται άδεια δύο ημερών.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.