Εναντι της ακατάπαυστα ενισχυόμενης Τουρκίας, που απροκάλυπτα διεκδικεί πλέον και ελληνικά νησιά, η επανάληψη έωλων εφησυχαστικών αφηγημάτων (παλαιότερα ήταν «απομονωμένη»  και πρόσφατα  «εκνευρισμένη»),  ενδέχεται να προκαλέσει επικίνδυνες συνέπειες. Η αλήθεια είναι ότι η Αγκυρα, εκμεταλλευόμενη τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ και το διεθνές κλίμα συγκρούσεων και αστάθειας που εξαπλώνεται, εξυφαίνει επιβλαβείς για τη χώρα μας σχεδιασμούς: την προαναγγελθείσα ψήφιση του νομοσχεδίου για τη «γαλάζια πατρίδα», εκβιασμούς στο Κυπριακό, τη διείσδυση στην άμυνα της ΕΕ κ.λπ. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα ανέμενε κανείς μια άμεση κινητοποίηση όλων των διαθέσιμων διπλωματικών και άλλων μέσων για την αποτροπή απειλητικών σχεδίων εν τη γενέσει τους – και όχι απλές προσπάθειες αναβολής που καταλήγουν σε άκαρπες διαμαρτυρίες προς τρίτους, κατόπιν εορτής.

Κατ’ αρχάς, παραβλέπεται ότι το σημερινό ελληνικό προβάδισμα σε μαχητικά αεροσκάφη είναι – πέραν της ορθής απόκτησης των Rafale – συγκυριακό. Οφείλεται δηλ. κυρίως στην αλαζονική εκτίμηση του Ερντογάν πως θα μπορούσε να αποκτήσει τους ρωσικούς S-400 παράλληλα με τα αμερικανικά F-35 και δεν αποτελεί αποτέλεσμα δικής μας στρατηγικής. Η βεβαιότητα που εκπέμπεται – βάσει στενά νομικών συλλογισμών – ότι η Τουρκία δεν θα επανακτήσει τα επόμενα χρόνια (με οποιονδήποτε τρόπο) την υπεροπλία (και) σε μαχητικά, ουσιαστικά αποτελεί ευσεβή πόθο. Εξάλλου, φαίνεται ότι ελάχιστα μας προβληματίζουν οι εμφανείς ασυμμετρίες στους καίριους τομείς του οπλισμού των πλατφορμών, της πολεμικής βιομηχανίας, των πυραύλων μακρού πλήγματος, των μη-επανδρωμένων συστημάτων, της ανθεκτικότητας σε παρατεταμένη σύγκρουση κ.λπ. Επιπλέον, το ν/σ της «γαλάζιας πατρίδας» και η πρωτοβουλία επαναφοράς του Σχεδίου Ανάν από τον ΟΗΕ φαίνεται να μεθοδεύονται εν μέσω εθνικού στρατηγικού λήθαργου.

Ως προς το πρώτο – με το οποίο η Τουρκία φέρεται να χαρακτηρίζει διά νόμου»(!) 152 ελληνικά νησιά ως τουρκικά – προφανώς δεν επαρκούν διπλωματικά μισόλογα και όσα διαρρέονται περί αναβολής της ψήφισης. Το μέγεθος της πρόκλησης (απειλή αλλαγής συνόρων) απαιτεί την ισχυρότερη δυνατή κινητοποίηση με απειλή αντιμέτρων. Ενδεικτικά, η Αθήνα θα πρέπει να διαμηνύσει στην ΕΕ ότι αν ψηφιστεί, α) τα βέτο Ελλάδας και Κύπρου θα ενεργοποιηθούν απέναντι σε οποιοδήποτε όφελος επιδιώκει η Αγκυρα από την Ενωση και β) η χώρα μας θα προσφύγει σε δυναμικές αντιδράσεις.

Απαιτείται παράλληλα η ψήφιση από τη Βουλή ενός «νόμου Εθνικής Θαλάσσιας Δικαιοδοσίας» («νόμου της Ελλάδας των 4 θαλασσών» (Αιγαίου, Ιονίου, Κρητικού, Αν. Μεσογείου) που θα κωδικοποιεί/αναβαθμίζει σε ένα νομοθέτημα – πέρα από τις πρόνοιες της UNCLOS – και όλα τα δικαιώματα/διεκδικήσεις/αρμοδιότητες της Ελλάδας στις θάλασσές της. Ειδικότερα, να γίνει ενσωμάτωση των νόμων Μανιάτη, ΘΧΣ, ΑΟΖ με Ιταλία, Αλβανία (2009) και Αίγυπτο, καθώς και άλλων νομοθετημάτων και διατάξεων για ενέργεια, περιβάλλον, καλώδια, πάρκα, πεδία βολής, αλιεία κ.λπ. Τέλος, ο νόμος αυτός θα μπορούσε να εξουσιοδοτεί την κυβέρνηση να ενεργοποιεί ή και να αναστέλλει κατά περίπτωση συγκεκριμένες διατάξεις του.

Ως προς το Κυπριακό, φαίνεται ότι ο γ.γ. του ΟΗΕ υιοθετεί, υπό τον μανδύα μιας δήθεν ισόρροπης «χαλαρής ομοσπονδίας», σχεδόν πλήρως τις τουρκικές θέσεις. Εάν το νέο σχέδιο γίνει αποδεκτό από τους Ε/Κ, θα οδηγήσει σε τουρκική επικυριαρχία επί όλης της Μεγαλονήσου, ενώ αν αντίθετα απορριφθεί, θα χρησιμοποιηθεί για την ανεμπόδιστη πλέον ανάπτυξη της σχέσης Τουρκίας – ΕΕ.

Εξίσου επιφανειακά αντιμετωπίζουμε και την πολυδιάστατη προσπάθεια της «στριμωγμένης» γείτονος να παρεισφρήσει μέσω διμερών συνεργασιών και ΝΑΤΟ ακόμη και ημιθεσμικά στην άμυνα της Ευρώπης των 27, προκειμένου να αντλήσει α λα καρτ όλα τα οφέλη της συμμετοχής στην ΕΕ, χωρίς τους όρους μιας ενταξιακής διαδικασίας.

Ο εφησυχασμός και οι υποτονικές αντιδράσεις στέλνουν στον αντίπαλό μας και σε τρίτους μηνύματα αναποφασιστικότητας που κινδυνεύουν να μας εγκλωβίσουν αργότερα σε ακραία εθνικά αδιέξοδα.

Ο Γιάννης Βαληνάκης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, πρώην υφυπουργός Εξωτερικών

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail