Ολο και συχνότερα βλέπουμε διεθνώς νεοαυταρχικούς ηγέτες να μεταχειρίζονται την εκλογική επιβράβευση ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ, για εξωθεσμικά ατοπήματα. Αυτή η τάση έχει προκαλέσει επιστημονικό προβληματισμό σε σχέση με την ευρωστία των δημοκρατιών μας. Για τις τρέχουσες ανάγκες, ο επιστημονικός λόγος μπορεί: Πρώτον, να υπενθυμίσει γιατί δεν είναι ρόλος των εκλογών να ξεπλένουν περιπτώσεις θεσμικής διαφθοράς ή παραβάσεων του κράτους δικαίου. Δεύτερον, να αναδείξει πόσο επικίνδυνο θα είναι να επικρατήσει στη δημόσια κουλτούρα η αντίθετη αντίληψη.
Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες στηρίζονται σε δύο βασικές συνιστώσες. Η μία είναι η εκλογική νομιμοποίηση, υπό όρους ελεύθερου εκλογικού ανταγωνισμού. Η δεύτερη είναι το κράτος δικαίου και οι επιμέρους θεσμοί που εγγυώνται ότι οι κυβερνώντες τηρούν το Σύνταγμα και τους νόμους. Η Δημοκρατία είναι εύρωστη όταν αυτές οι δύο συνιστώσες ενδυναμώνουν η μία την άλλη. Φθείρεται όταν συγχέονται και επιδιώκει η μία να υποκαταστήσει την άλλη.
Κατ’ αρχάς, τόσο οι όροι έκβασης όσο και το διακύβευμα των εκλογών έχουν εντελώς διαφορετική λειτουργία. Σε ένα πολωτικό εκλογικό κλίμα είναι εντελώς αυθαίρετο να συνδέουμε την επίτευξη πλειοψηφίας με τη νομική και θεσμική εξιλέωση. Και αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο, όταν δεν υπάρχει ούτε καν ισχυρός πολιτικός ανταγωνισμός και η επανεκλογή είναι προϊόν διλημμάτων. Η επιλογή του λαού να μη μείνει μία χώρα ακυβέρνητη, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει συγχώρεση αμαρτημάτων.
Εξάλλου, αν οι εκλογές καλύπτουν, θα μπορούσαν και να καταδικάζουν. Οποιος έλκεται από τέτοιες αντιλήψεις, ας θυμηθεί την ανακύκλωση των παθών το ’89, και την παθολογία του άρθρου 86Σ. Οσο αυθαίρετο και επικίνδυνο είναι να λειτουργούν οι εκλογές για να καταδικαστούν οι αντίπαλοι, άλλο τόσο παραμορφωτικό είναι να χρησιμοποιούνται για να ξεπλύνουν. Το εκλογικό παίγνιο θα καθίσταται ρώσικη ρουλέτα. Αν ελπίζουμε ή φοβόμαστε ότι η έκβαση των εκλογών συνεπάγεται απαλλαγή ή καταδίκη, ο εκλογικός ανταγωνισμός αποθρασύνεται.
Περαιτέρω, αυτό θα ανακυκλώνει την τάση του πολιτικού συστήματος να επιδιώκει έλεγχο της Δικαιοσύνης. Στη χώρα μας, ακόμη και σήμερα δεν έχουμε δεχτεί να αφαιρέσουμε από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία την εξουσία να επιλέγει τον πρόεδρο και δέκα(!!!) αντιπροέδρους σε κάθε Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά αναζητούμε περιτυλίγματα για τη διαιώνιση της ίδιας πρακτικής.
Τέλος, όταν μεταφέρουμε στους πολίτες το βάρος της πολιτικής κάλυψης, διαφθείρουμε το πολιτικό τους φρόνημα. Εθίζουμε το εκλογικό σώμα στον συγχρωτισμό με ενδεχόμενα θεσμικά ανομήματα. Επόμενο στάδιο είναι η καλλιέργεια ενός κλίματος στο οποίο οι πολίτες θα αισθάνονται ότι οι θεσμοί δεν έχουν ανεξαρτησία δράσης. Οπως δείχνουν κοινωνιολογικές έρευνες σε αυταρχικά καθεστώτα, οι ηγετίσκοι συντηρούν αυτή την αντίληψη, καλώντας τους πολίτες με την ψήφο τους να αναζητούν προστάτη. Ετσι εκφυλίζονται οι δημοκρατίες.
Τίποτε από όσα εδώ υποστηρίξαμε δεν αναιρεί την ευθύνη της εκάστοτε αντιπολίτευσης: να μη δημαγωγεί, να μην παρασύρεται σε ατεκμηρίωτες κατηγορίες, όπως συχνά συμβαίνει, να μην παραβλέπει το τεκμήριο αθωότητας. Διότι ανακυκλώνει το ίδιο ως άνω κλίμα. Ενα πολίτευμα είναι δημοκρατικό και φιλελεύθερο αν σέβεται τον διακριτό ρόλο πολιτικών και δικαστικών διαδικασιών και διαφυλάσσει την ακεραιότητα αμφοτέρων.
Ο Νίκος Παπασπύρου είναι αναπληρωτής καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Συνταγματικών Ερευνών της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ








