Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα κατέδειξε με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η στρατηγική αξία των κρατών-μελών δεν αποτιμάται αποκλειστικά με βάση τη θεσμική τους συνέπεια ή τη συμμόρφωσή τους προς τις συμμαχικές κατευθύνσεις, αλλά πρωτίστως με γνώμονα τη συμβολή τους στη διαχείριση κρίσεων και στην παραγωγή ασφάλειας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η σύγκριση Ελλάδας και Τουρκίας αναδεικνύει μια κρίσιμη διάκριση μεταξύ «αξιοπιστίας» και «αναγκαιότητας», δύο εννοιών που – αν και αλληλένδετες – δεν ταυτίζονται.

Η Ελλάδα συνιστά υπόδειγμα αξιόπιστου συμμάχου. Διακρίνεται για τη θεσμική της συνέπεια, τον σαφή ευρωατλαντικό προσανατολισμό της και την παροχή ασφαλών υποδομών που διευκολύνουν τη συμμαχική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και στη Μαύρη Θάλασσα.

Η Τουρκία, αντιθέτως, εμφανίζεται ως αναγκαίος σύμμαχος. Παρά τις κατά καιρούς αποκλίσεις της από τις δυτικές προτεραιότητες, διαθέτει χαρακτηριστικά που δύσκολα μπορούν να υποκατασταθούν – γεωγραφική εγγύτητα σε πολλαπλά θέατρα κρίσεων, σημαντικό στρατιωτικό βάθος, επιχειρησιακή αυτονομία και δυνατότητα επιρροής σε περιοχές όπου η Δύση δεν μπορεί να δράσει αποτελεσματικά χωρίς τη συνεργασία – ή τουλάχιστον – την ανοχή της Αγκυρας.

Η διάκριση αυτή αποτυπώνεται και στη νατοϊκή διοικητική αρχιτεκτονική. Η Ελλάδα φιλοξενεί το NATO Rapid Deployable Corps-Greece στη Θεσσαλονίκη, ένα στρατηγείο υψηλής ετοιμότητας, που ενισχύει τη θέση της ως παρόχου συμμαχικών δυνατοτήτων.

Η Τουρκία, ωστόσο, φιλοξενεί τόσο το Allied Land Command στη Σμύρνη, το κεντρικό στρατηγείο των χερσαίων δυνάμεων της Συμμαχίας, όσο και το NATO Rapid Deployable Corps-Türkiye στην Κωνσταντινούπολη. Ενώ το ελληνικό στρατηγείο υπογραμμίζει τη συνεισφορά της χώρας στην επιχειρησιακή ετοιμότητα του ΝΑΤΟ, το LANDCOM ενσωματώνει την Τουρκία στον σκληρό πυρήνα της συμμαχικής δομής διοίκησης και σχεδιασμού.

Παράλληλα, η σύνοδος της Αγκυρας ανέδειξε μια ουσιώδη διαφορά πολιτικής και διπλωματικής κουλτούρας. Η Τουρκία αξιοποιεί συστηματικά τη συμμετοχή της στη Συμμαχία, ως μέσο παραγωγής διαπραγματευτικής ισχύος. Αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, φιλοξενεί κορυφαίες συναντήσεις, διεκδικεί θεσμική προβολή και μετατρέπει τη γεωγραφική της θέση σε πολιτικό κεφάλαιο.

Η Ελλάδα, αντιθέτως, συχνά αντιμετωπίζει τη συμμαχική της συμμετοχή, περισσότερο ως πλαίσιο ασφάλειας παρά ως πεδίο διεκδίκησης επιρροής. Η επιλογή της Αθήνας να μην αναδείξει τα ελληνοτουρκικά, ως κεντρικό ζήτημα της συνόδου, μπορεί να ερμηνευθεί ως ρεαλιστική προσαρμογή στις τρέχουσες προτεραιότητες της Ουάσιγκτον, οι οποίες επικεντρώνονται στη Ρωσία, στο Ιράν, στις αμυντικές δαπάνες και στη συνοχή της Συμμαχίας.

Ωστόσο, η επίκληση αρχών και κανόνων, όσο αναγκαία και αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να μεταβάλει τη στρατηγική αξιολόγηση της Τουρκίας ως κρίσιμου εταίρου.

Η πρόκληση για την ελληνική στρατηγική συνίσταται στη μετατροπή της αξιοπιστίας σε επιρροή. Αυτό προϋποθέτει ενίσχυση της επιχειρησιακής χρησιμότητας της χώρας σε τομείς όπως η ναυτική ασφάλεια, η κυβερνοάμυνα, η αντιαεροπορική προστασία και οι υποδομές στρατηγικών μεταφορών. Παράλληλα, απαιτεί μεγαλύτερη θεσμική παρουσία σε θέσεις λήψης αποφάσεων εντός της Συμμαχίας, καθώς και πιο ενεργητική δημόσια και αμυντική διπλωματία.

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail