Η τρανς ακτιβίστρια, εκδότρια και συγγραφέας Πάολα Ρεβενιώτη κινήθηκε από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής της (έφυγε χθες ήσυχα σε νοσοκομείο) εντελώς ενάντια στο ρεύμα. Μέχρι που ένα μέρος του ρεύματος όχι απλώς την αναγνώρισε, αλλά και πρόλαβε να της αποδώσει όσα – ή έστω μερικά – είχε εκείνη προσφέρει στο κομμάτι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεκδικήσεων.
Η Πάολα υπήρξε πολύ περισσότερα πράγματα από μια μαχήτρια για την ορατότητα· και παρότι η τελευταία ούτε ήταν ούτε παραμένει αυτονόητη. Μιλούσε «καλιαρντά», που έμαθε στο πεζοδρόμιο, και την ίδια ώρα εξέδιδε ένα έξοχο περιοδικό, το «Κράξιμο», στο οποίο μπορούσες να διαβάσεις αριστουργηματικές συνεντεύξεις από τον Δημήτρη Παπαϊωάννου μέχρι τον Ντίνο Χριστιανόπουλο ή μια καθαρίστρια των ουρητηρίων της Ομόνοιας.
Η Πάολα συνδέθηκε με όλους αυτούς τους ανθρώπους· με όλα τα στρώματα. Με τον Ηλία Πετρόπουλο, τον Κώστα Ταχτσή, τα παιδιά των Εξαρχείων του ’80. Είχε γράψει ποίηση («Σαλτάρισμα») ενώ τα τελευταία χρόνια είχε ασχοληθεί και με το ντοκιμαντέρ και την ανθρωπολογική καταγραφή εθίμων, συμπεριφορών, επιθυμιών.
Μια αρχαιολογία του σήμερα που είναι βέβαιο πως στο μέλλον θα είναι πολύτιμο και σπουδαίο τεκμήριο για τις γενιές που θα έχουν αποδεσμευτεί πλήρως από ενοχές, δόγματα και καταπιέσεις.
Την τελευταία 20ετία έγιναν πολλά βήματα στο κομμάτι της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, των διεκδικήσεων και της νομοθεσίας. Ούτε όμως τα φαινόμενα ομοφοβίας έχουν εκλείψει, ούτε το bullying απέναντι στο διαφορετικό. Την ίδια ώρα η επιστήμη, η ακαδημαϊκή κοινότητα έχει προχωρήσει τη γλώσσα, την έρευνα – την ή τη μη – πάνω στα θέματα αυτά.
Ένα βαθύ και βουβό συντηρητικό ρεύμα όμως την ίδια ώρα διατηρεί ομοφοβικές πλευρές και όψεις, που συχνά καταλήγουν και σε πρακτικές βίας.
Η Πάολα είχε πια πάρει τη θέση της βετεράνου στα θέματα αυτά, παρότι παρέμενε πιστή και μαχητική. Mπλέχτηκε και με την πολιτική. Από τους οικολόγους στα 90s μέχρι πρόσφατα με το ΜέΡΑ25. Σε καμία περίπτωση για όποιον την ήξερε δεν μονοπωλούσε τον ρόλο ενός αφηγητή παλιών ιστοριών ή ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος από το άγριο πεζοδρόμιο κι από τη θητεία της στη δημόσια πιάτσα.
Ποτέ δεν ήταν το περιθώριο που έγινε «mainstream» για τα κοινωνικά δίκτυα και τη νέα φρουρά pop δημοσιολόγων· ένα λαμπρό και ευγενές πρόσωπο υπήρξε, που τις περισσότερες φορές αυτά που έλεγε ήταν απλώς η φωνή της λογικής.
Ανακατεμένα με πολύ και βαθύ χιούμορ. Για έναν νέο των αρχών της δεκαετίας του ’90 που περπατούσε ή έτρεχε καλύτερα στις λαϊκές γειτονιές των Αθηνών – όπως ο γράφων – το να πέφτεις πάνω στην Πάολα ήταν από μόνο του μια ιδιότυπη συνθήκη.
Ούτε τα πράγματα ήταν όπως σήμερα – αρχές ’90. Ισως ήταν με έναν άλλο τρόπο πιο σκληρά – ακόμη όμως τότε ανέπνεε μια μυθολογία των Εξαρχείων και του Κέντρου.
Η Πάολα πάντα μετείχε σε κοινωνικές διεκδικήσεις· συμπλήρωνε μια πολύχρωμη παλέτα προσώπων και ανθρώπων μικρών φανζίν περιοδικών, στεκιών, καφενείων, μικροβιβλιοπωλείων, οργανώσεων.
Όλα μαζί διαμόρφωναν μία αντίρροπη τάση, σχεδόν θεσμική, έναν μικρό εσωτερικό κόσμο έναντι των κυρίαρχων τότε ρευμάτων της ελληνικής κοινωνίας – μικροκοινότητες που διαμόρφωσαν ανθρώπους και προχώρησαν την έννοια της αποδοχής έμπρακτα. Βιότοποι ιδεών και αντιθέσεων, που έβγαλαν και πρόσωπα σαν την Πάολα.








