Για άλλα είχα υπόψη μου να γράψω σήμερα αλλά, καμιά φορά, τα, φαινομενικά, άσχετα συνδυάζονται με τέτοιο τρόπο που δημιουργούν αφήγημα με πολλές συνιστώσες. Αυτό ακριβώς συνέβη με τον θάνατο, την ίδια μέρα, της Μπόνι Τάιλερ και της Πάολας Ρεβενιώτη.
Τι κοινό, όμως, μπορεί να έχει μια διεθνής σταρ του τραγουδιού και μια ακτιβίστρια της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας; Αρχικά, σκέφτηκα ότι και οι δύο «έρχονται» από τη δεκαετία του 1980. Δεν είναι, όμως, αυτό. Ισως να είναι το ότι σήμερα αντιπροσωπεύουν και οι δύο κάτι το ντεμοντέ (πολύ ντεμοντέ η λέξη ντεμοντέ). Αλλά απολύτως γνήσιο.
Η Μπόνι διότι άφησε τον εαυτό της να μεγαλώσει φυσιολογικά. Πάχυνε όπως παχαίνουν οι περισσότερες γυναίκες μετά την κλιμακτήριο. Δεν παραμορφώθηκε από επεμβάσεις, δεν φούσκωσε τα χείλη και το στήθος της, δεν θυσίασε την αισθητική της αξιοπρέπεια στο ατελέσφορο και γελοιοποιητικό κυνήγι της νεότητας, δεν θόλωσε, με τη σημερινή της εικόνα, τα νιάτα της άρα και τα δικά μας.
Η Πάολα, από την άλλη, υπήρξε μια πρωτοπόρος της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας πολύ πριν επινοηθεί ο όρος. Δεν της άρεσε η λέξη «σεξεργάτρια», επειδή της άρεσε πολύ το σεξ. Δεν «έντυνε» τον δημόσιο λόγο της με όμορφες κουβέντες, «τσόλια» αποκαλούσε τους νεαρούς άντρες που τόσο λάτρευε. Και δεν έκανε τη διανοούμενη, ήταν. Δεν περιέγραφε τη ζωή της ως τρανς με τα μαύρα χρώματα της καταπίεσης, του κυνηγητού, του αποκλεισμού, της δυστυχίας.
Ήταν ευτυχισμένη ακόμη και μέσα στη μιζέρια της. Τώρα συνειδητοποιώ ότι και οι δύο ήταν ελεύθερες από τους όρους και τις συνθήκες που επέβαλαν η κοινότητα και το περιβάλλον τους. Αυτό είναι το κοινό τους. Και σήμερα το μη αναμενόμενο μπορεί και να είναι ντεμοντέ.
Όποια και όποιος δεν έχει χορέψει σε πάρτι στα τέλη της δεκαετίας του 1970, δεν έχει «πιαστεί» (όπως έλεγε ο Παπαγιαννόπουλος στο «Δεσποινίς Διευθυντής») σε μπλουζ, δεν έχει μυρίσει το κοκτέιλ του δημιουργούνταν όταν έρχονταν κοντά κοντά το κοριτσίστικο άρωμα Charlie με το αγορίστικο Brut, δεν μπορεί να καταλάβει τι ήταν για εμάς που τα ζήσαμε και τα γλεντήσαμε όλα αυτά, η Μπόνι Τάιλερ.
Η «ηρωική» έκφραση του ερωτικού πάθους στο «It’s a heartache», η μυστηριακή του εκδοχή στο «Total eclipse of the heart», η δοξαστική του στο «Holding out for a hero». Ολα αυτά σε μια βραχνή, μελαγχολική φωνή, σε μια γυναίκα που έβλεπε τις μόδες να περνούν.
Η Πάολα πάλι έφερε το περιθώριο στο επίκεντρο. Με το περιοδικό της, το «Κράξιμο», τις πρωτοβουλίες της, τον λόγο της, κυρίως όμως με την ίδια της την ζωή. Μαθητής ακόμη στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στον Πόρο ξηλώθηκε επειδή ερωτεύτηκε έναν συμμαθητή του, εκδιώχθηκε από την οικογένειά του, κατέληξε στα φτηνοξενοδοχεία γύρω από την Ομόνοια, στον Κώστα Ταχτσή βρήκε την αγάπη και τη φροντίδα που ουδέποτε είχε γνωρίσει έως τότε.
Έφερε με περηφάνια τον τίτλο της «εκδιδόμενης», απολάμβανε τη δουλειά της και το δήλωνε ευθαρσώς, δεν παρίστανε την «κυρία». Λάτρευε την ποίηση του Χριστιανόπουλου, κάποτε ήθελε να ανοίξει τυροπιτάδικο δίπλα στα «ντέλα» (οι οίκοι ανοχής στη γλώσσα του περιθωρίου) της Αγίου Κωνσταντίνου, ήταν συγχρόνως μάγκας και στοργική θεία.
Εσύ βρε τρελοκόριτσο με μίνι ζιπ
Σαν σήμερα, όμως, έγινε και μια άλλη κοριτσίστικη «επανάσταση». Στις 10 Ιουλίου του 1964, η Μαίρη Κουάντ πήρε τη μίνι φούστα από τις βιτρίνες της King’s Road και την έβαλε στα επίσημα κιτάπια της Ιστορίας της μόδας. Και δεν νομίζω ότι υπήρξε άλλο ρούχο που ξεπέρασε τόσο γρήγορα το πλαίσιο του στυλ και καθιερώθηκε ως κοινωνικό και πολιτισμικό statement.
Το μίνι υπήρξε η παντιέρα της γυναικείας χειραφέτησης και της σεξουαλικής επανάστασης, μέρος της ταυτότητας μιας καινούργιας γενιάς που δεν ήθελε να μοιάζει με την προηγούμενη. Και να σκεφτεί κανείς ότι τόσο τα κορίτσια που το πρωτοφόρεσαν όσο και η ίδια η Κουάντ δεν ήταν καν boomers, ανήκαν στην προηγούμενη γενιά.

- Ο Μοντέρο και οι υπόλοιποι: Ποιοι Λατινοαμερικάνοι αγωνίστηκαν στον Ολυμπιακό, πριν τον Δομινικανό superstar!
- Marfin: Οι συλλήψεις, το ανώνυμο email και το χρονικό της τραγωδίας – Πώς έφτασαν στα πρόσωπα οι Αρχές
- Πολάκης: «Ο κ. Τσίπρας βγήκε απέναντι στο κόμμα του, δεν βγήκαμε εμείς απέναντι στον κ. Τσίπρα» (video)







