Παρά τα πολλαπλά ελλείμματα και ανεξάρτητα από την επίσημη ατζέντα, βασικός στόχος της Τουρκίας (προέδρου Ταγίπ Ερντογάν) είναι ένας: να λειτουργήσει η διάσκεψη κορυφής του ΝΑΤΟ – που πραγματοποιείται σήμερα και αύριο στην Αγκυρα – ως το forum που θα αναδείξει την Τουρκία σε στρατηγική, ηγετική δύναμη στο πλαίσιο της νέας Συμμαχίας. Να διαμορφώσει δηλαδή ένα περίπου τουρκοκρατούμενο ΝΑΤΟ – που θα κινείται ανατολικότερα – με τις ευλογίες του προέδρου των ΗΠΑ Τραμπ. Ο τελευταίος, εκτός από «τα δώρα» που προσφέρει στην Τουρκία (κινητήρες για τα αεροσκάφη Κάαν, F-35) είναι επίσης πρόθυμος να εκχωρήσει ειδικούς ρόλους εντός του ΝΑΤΟ στην Τουρκία (νέα στρατηγεία, κ.λπ.).
Παράλληλα η Τουρκία εμφανίζεται να ενισχύει τον ρόλο της σε δύο άλλα εκτός ΝΑΤΟ πεδία ειδικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα. Πρώτον, αυτό της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η επίσκεψη την περασμένη εβδομάδα στην Αγκυρα της ύπατης εκπροσώπου για την κοινή εξωτερική πολιτική Κάγια Κάλας, της επιτρόπου για τη διεύρυνση Μάρτα Κος και του επιτρόπου για τη μετανάστευση Μ. Μπρούνερ πιστοποιούσε το ισχυρό ενδιαφέρον της ΕΕ για την Τουρκία στο νέο στρατηγικό/αμυντικό περιβάλλον σε υλοποίηση μιας πραγματιστικής προσέγγισης, παρά τη δημοκρατική εκτροπή και την έλλειψη εμπεδωμένης εμπιστοσύνης προς τη χώρα.
Η Τουρκία αντιμετωπίζεται από την ΕΕ ως σημαντικός εταίρος για την αμυντική περιφερειακή σταθερότητα. Επομένως αναβιώνει η προσπάθεια ανάπτυξης των ευρωτουρκικών σχέσεων (πολιτικοί διάλογοι, κ.λπ.). Το δεύτερο πεδίο είναι το περιφερειακό. Η Τουρκία μαζί με Πακιστάν, Αίγυπτο, Σαουδική Αραβία (και Κατάρ) προωθεί μια στενότερη σχέση στην περιοχή που στρέφεται εναντίον του Ισραήλ και ταυτόχρονα οικοδομεί ένα νέο σύστημα ασφάλειας. Στη βάση αυτή Αίγυπτος και Τουρκία προσεγγίζουν και με την υποστήριξη των ΗΠΑ επιχειρούν μεταξύ άλλων να διαχειριστούν και το ζήτημα της Λιβύης. Από την άλλη μεριά, η Τουρκία ορθολογικοποιεί χωρίς να διακόπτει τη σχέση της με τη Ρωσία. Και ταυτόχρονα σχεδιάζει βέβαια να νομοθετήσει τη «Γαλάζια Πατρίδα» σε ευθεία παραβίαση του διεθνούς δικαίου (UNCLOS) .
Ως εκ τούτου έχουμε μια Τουρκία η οποία, παρά τα πολλαπλά ελλείμματά της, αναδεικνύεται (και η διάσκεψη ΝΑΤΟ αυτό μάλλον θα επιβεβαιώσει) ως οιονεί υπερδύναμη (μεσαίου, αυταρχικού τύπου). Και κυρίως αντιμετωπίζεται ως υπερδύναμη (δεύτερης τάξης) από το παγκόσμιο σύστημα. Πώς αντιδρά η Ελλάδα μπροστά στη νέα αυτή πραγματικότητα; Ως η ισχυρή χώρα μέλος του ΝΑΤΟ και ΕΕ στην περιοχή έχει σημαντικά περιθώρια άσκησης επιρροής. Θα ήταν λάθος επομένως να αντιδράσει με τη λογική των αξόνων (όπως λ.χ. προτείνει ο Νετανιάχου). Ούτε με κάποιες άλλες προτάσεις που λένε ότι θα πρέπει να ανακηρύξει τώρα συνολικά ΑΟΖ και να προχωρήσει ταυτόχρονα σε εθνική οριοθέτηση (σύμφωνα με ΘΧΣ, ν. 4001/2011). Αυτές είναι έωλες ιδέες που δεν αποδίδουν. Η Ελλάδα έχει ένα ισχυρό όπλο, την Ευρωπαϊκή Ενωση, για να διαχειρισθεί την Τουρκία το οποίο όμως (μετά το Ελσίνκι – 1999) δεν θέλει (ή μήπως δεν ξέρει;) να αξιοποιήσει αποτελεσματικά με συγκεκριμένο σχέδιο. (Η ΕΕ π.χ. μπορεί να σταματήσει τη σχεδιαζόμενη έκνομη αν και εθνική νομοθεσία για τη «Γαλάζια Πατρίδα». Οπως μπορεί να ακυρώσει και την ίδια τη σύλληψη της ιδέας της «Γαλάζιας Πατρίδας»).
Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ. Από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης κυκλοφορεί το νέο του βιβλίο με τίτλο «Πέρα από τα στερεότυπα. Νέα προοδευτική εξωτερική και ευρωπαϊκή πολιτική».








