Η επικείμενη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη συνάντηση των ηγετών της Συμμαχίας. Ανεξαρτήτως των τελικών αποφάσεων, αποτυπώνει μια βαθύτερη στρατηγική μετατόπιση που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια. Η προτεραιότητα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην ανάσχεση της ρωσικής απειλής, αλλά επεκτείνεται στην προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, των ενεργειακών διαδρόμων, των κρίσιμων υποδομών και της συνολικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Τουρκία, λόγω γεωγραφίας, αναδεικνύεται σε κράτος αυξημένης γεωστρατηγικής σημασίας. Ο έλεγχος των Στενών, η γειτνίαση με τη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και τη Μαύρη Θάλασσα, η ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας και η δυνατότητα να συνομιλεί ταυτόχρονα με τη Δύση και σημαντικές περιφερειακές δυνάμεις, της προσδίδουν έναν ρόλο που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ. Η ενίσχυση των νατοϊκών δομών στην τουρκική επικράτεια και η ανάθεση νέων επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική αντίληψη. Δεν πρόκειται απαραίτητα για πολιτική επιβράβευση της sui generis Αγκυρας, αλλά για επιλογή που υπαγορεύεται, όπως προειπώθηκε, από τη γεωγραφία και τα συμφέροντα της Συμμαχίας.

Οι μεγάλες δυνάμεις δεν λειτουργούν με συναισθηματικά κριτήρια ούτε με ιστορικές ευαισθησίες. Επιλέγουν εκείνους που θεωρούν περισσότερο χρήσιμους για την εξυπηρέτηση των στρατηγικών τους στόχων το momentum. Στη σημερινή συγκυρία, η Τουρκία φαίνεται να συγκεντρώνει πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα από τις συχνές διαφωνίες της με τους δυτικούς συμμάχους.

Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα παύει να αποτελεί σημαντικό μέλος του ΝΑΤΟ. Οι στρατιωτικές της υποδομές, η γεωγραφική της θέση, η αξιοπιστία της και η διαχρονική συνέπειά της εξακολουθούν να αποτελούν πολύτιμα στρατηγικά πλεονεκτήματα. Ωστόσο, η σχετική αναβάθμιση της Τουρκίας δημιουργεί νέα δεδομένα, τα οποία η Αθήνα οφείλει να αντιμετωπίσει με νηφαλιότητα, σοβαρότητα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Τουρκία ενισχύεται. Αυτό είναι ήδη εμφανές. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει σήμερα την πολιτική βούληση, τη στρατηγική διορατικότητα και την εθνική συνεννόηση ώστε να αξιοποιήσει τα δικά της συγκριτικά πλεονεκτήματα και να διατηρήσει ουσιαστικό ρόλο στη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική που διαμορφώνεται στην ευρύτερη περιοχή.

Η αφύπνιση δεν μπορεί να περιμένει άλλο.

Στη γεωπολιτική, ο χρόνος δεν συγχωρεί όσους αργούν να αντιληφθούν τις μεταβολές του διεθνούς συστήματος.

Ο Δημήτρης Σταθακόπουλος είναι δρ Παντείου Πανεπιστημίου, οθωμανολόγος – τουρκολόγος, δικηγόρος στον Αρειο Πάγο

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail