Στις 26 και 27 Ιουνίου, δύο μέρες πριν από την πανσέληνο, στήνετε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου μια μεταμεσονύχτια παράσταση (23.59), το «Τοπίο μετά την Υπόσχεση», βασισμένο στην «Αλκηστη» του Ευριπίδη. Γιατί επιλέξατε αυτό το έργο;

Η «Αλκηστις» μας φέρνει αντιμέτωπους με το συμπαντικό ερώτημα για την αξία της ζωής: «Τι σημασία έχει η ζωή για μένα;». Με συγκλονίζει η θέση ενός προσώπου που βρίσκεται σε απόλυτο αδιέξοδο και λέει ειλικρινά: «Ετσι είναι η ζωή; Τι να την κάνω αν είναι έτσι;». Αυτή την απώλεια πίστης τη βλέπω έντονα γύρω μου. Τα εξωτερικά προβλήματα πάντα καταλήγουν μέσα μας, στο ίδιο το πρόσωπο. Στην παράσταση, το κοινό θα συναντήσει μια γυναίκα που μεταμορφώνεται μέσα στο σκοτάδι. Στο Στάδιο, εκεί που θα καθίσουν όλοι μαζί, επεμβαίνει καταλυτικά η μουσική.

Πότε νιώσατε να φτάνετε σε ένα τέτοιο προσωπικό αδιέξοδο;

Μεγάλωσα στην Αθήνα, σε μια μέση αστική οικογένεια της δεκαετίας του ’70. Οι γονείς μου με προόριζαν για ανώτατες σπουδές και βρέθηκα να σπουδάζω Οικονομικά. Ενιωθα να πνίγομαι μέσα σε ένα σύστημα αξιών που δεν ήμουν εγώ. Οταν μπαίνεις στον μέσο όρο ενός κοινωνικού κύκλου, καταλήγεις σε απαντήσεις μέσου όρου για τη ζωή σου, ενώ εγώ είχα ανάγκη από ακριβείς, προσωπικές απαντήσεις. Μέσα μου σκεφτόμουν πάντα: «Εγώ είμαι μουσικός». Η μουσική ήταν τόσο κρίσιμη, που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο. Μόλις τελείωσα τον Στρατό, αποφάσισα να πάω εκεί που έπρεπε. Ξεκίνησα τα πάντα από την αρχή και έφυγα για πλήρεις σπουδές στο Παρίσι, αφοσιωμένος αποκλειστικά σε αυτήν.

Η στροφή προς τη μουσική συνοδεύτηκε από μια βαθιά σύγκρουση με το περιβάλλον σας. Πώς τη βιώσατε;

Ο τρόπος μου να αντιδράσω ήταν ο πιο απλός: έφυγα από το σπίτι. Αναζητούσα μια ελευθερία που τότε δεν ήταν ακόμα ξεκάθαρα προσδιορισμένη μέσα μου. Αυτό με οδήγησε να πάρω αποφάσεις κάπως ακραίες. Εκοψα τους δεσμούς με την οικογένειά μου για να αποκτήσω ευελιξία, ρισκάροντας να αλλάξω τη ζωή μου στη Γαλλία, αν και είχα ήδη παιδί σε πολύ μικρή ηλικία, στα 26 μου. Αργότερα, ένιωσα την ανάγκη να κόψω επαφές και με όλο το παλιό φιλικό μου περιβάλλον. Αυτό από απόσταση φαίνεται βίαιο, όμως ένιωθα ότι οι φιλικές επιρροές λειτουργούσαν σαν φυλακή.

Η αποκοπή αυτή σας δικαίωσε; Τι σας προσέφερε τελικά η μουσική σε αυτή τη διαδρομή;

Με δικαίωσε απόλυτα. Ηταν ο μόνος τρόπος να συγκροτηθεί η προσωπικότητά μου. Η μουσική μού έδινε – και μου δίνει ακόμα – ένα άνοιγμα προς τον ουρανό, τη θάλασσα και το απέραντο. Οταν δημιουργώ, το φουσκωμένο «εγώ» σβήνει και το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στο έργο. Η μουσική διαχειρίζεται το αφηρημένο, γι’ αυτό και έχει τη δύναμη να ενώνει τελείως διαφορετικούς ανθρώπους. Οταν γράφω, νιώθω ότι όλα τα αδιέξοδα εξαφανίζονται και ότι όλα είναι, επιτέλους, ανοιχτά.

Περιγράφετε μια ζωή γεμάτη ριζικές αποκοπές. Πολλοί θα το χαρακτήριζαν τραυματικό. Τελικά, οι καλλιτέχνες τρέφονται από το τραύμα τους;

Το να ορίζουμε τον καλλιτέχνη με τη λογική του ρομαντισμού του 19ου αιώνα – τον άνθρωπο που υποφέρει, τον Βαν Γκογκ, τον Μπουκόφσκι, τον Μπέικον – εμένα δεν μου λέει τίποτα σήμερα. Το τραύμα μπαίνει βαθιά στην ψυχή, δεν το διαχειρίζεσαι με σιγουριά. Ομως στη δική μου περίπτωση δεν υπήρξε κάτι δραματικό ή τραυματικό. Ηταν απλώς οι αποφάσεις μιας στιγμής. Αν το δω από απόσταση, συγκρίνοντας τη ζωή μου με άλλες, θα έλεγα ότι είχα μια «ήπια σειρά συγκρούσεων». Ηθελα ακριβείς απαντήσεις για τη ζωή μου. Για να τις βρω, έπρεπε να πάρω απόσταση.

Με τους γονείς σας δεν γεφυρώσατε ποτέ αυτό το χάσμα, μέχρι που τους χάσατε. Δεν νιώσατε ποτέ την ανάγκη να τους εξηγήσετε;

Μετά την τυπική απομάκρυνση από το σπίτι, κράτησα μια απόσταση. Τους έβλεπα συχνά, αλλά πάντα με σεβασμό. Συνειδητοποιούσα, όμως, ότι δεν μπορούσα πραγματικά να μοιραστώ μαζί τους αυτό που κουβαλούσα. Δεν είχε νόημα να βάλω το σύστημα αξιών μου σε μια κρίση, μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν του ήταν φυσικό να με ακούσει. Οι δικοί μου δεν έβαζαν τείχη, δεν ήταν αυστηροί. Ηταν μια μέση αστική οικογένεια του ’70. Αλλά αυτό το σύστημα μας έπνιγε. Δεν ήθελα να βάζω ως προοίμιο των αποφάσεών μου την άποψη ανθρώπων που δεν μετείχαν στα δικά μου προβλήματα. Το ίδιο έκανα και με τους φίλους μου αργότερα.

Αυτή η ανάγκη για «ακριβείς απαντήσεις» σάς οδήγησε και σε μια άλλη μεγάλη ανατροπή. Ησασταν έτοιμος να αφοσιωθείτε στην επιστήμη των υπολογιστών και ξαφνικά τα παρατάτε όλα για να δοθείτε 100% στη μουσική.

Κατάλαβα ότι δεν γινόταν να έχω τη μουσική σαν μια «ωραία γλάστρα» που την καλλιεργείς στον ελεύθερο χρόνο σου. Επρεπε να μπω μέσα με όλο μου το είναι. Αργότερα, στη Γαλλία, όταν πλέον είχα στρώσει μια ακαδημαϊκή και ερευνητική διαδρομή, πήρα πάλι μια απόφαση: χώρισα και επέστρεψα στην Ελλάδα για χάρη του παιδιού μου, που ήταν τότε έξι χρονών. Και εδώ, εντελώς τυχαία, μέσα από μια συνάντηση με τον Μαρμαρινό και τη Μουτούση, βρέθηκα να κάνω θεατρική μουσική, κάτι που δεν είχα φανταστεί ποτέ. Ετσι παίρνουμε τις στροφές στη ζωή.

Ενας άνθρωπος τόσο δοσμένος στην τέχνη, που λείπει μήνες στην Κορέα ή στην Κίνα για παραγωγές, καταφέρνει να είναι καλός πατέρας; Σας δημιούργησε ποτέ ενοχές;

Οχι, ενοχές δεν έχω. Το να κρίνω τον εαυτό μου με το υποθετικό σενάριο «τι θα γινόταν αν δεν ήμουν μουσικός» δεν βγάζει πουθενά. Πρακτικά, δεν είναι ρεαλιστικό να έχεις το είδος της σχέσης που παράγει αυτή η κοινωνία όταν ζεις έτσι. Φυσικά και με λυπεί όταν θέλω να διαθέσω περισσότερο χρόνο για να στηρίξω ουσιαστικά τα παιδιά μου σε μια δύσκολη στιγμή τους και δεν τον έχω. Αλλά το δέχομαι ως το όριο της ζωής μου. Για μένα, το να είσαι καλός πατέρας, καλός φίλος ή καλός συνεργάτης έχει τον ίδιο πυρήνα: να χτίζεις μια ουσιαστική σχέση.

Τελικά η μουσική σάς πήρε ή σας έδωσε;

Δεν έχω φετιχιστική σχέση με τη μουσική. Οπως με τη μοτοσικλέτα μου – που τη λατρεύω, έχω γυρίσει όλη την Ευρώπη και θα το ξαναέκανα αύριο –, δεν αγαπάω το αντικείμενο, αλλά αυτό που δίνει στη ζωή μου. Η μουσική, όμως, είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο. Δεν μπορώ να πω «αγαπάω τη μουσική», γιατί η μουσική είναι η ίδια μου η ζωή. Είναι η προϋπόθεση για να υπάρχω, για να μιλάμε εμείς εδώ σήμερα.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail