Παλιά, αυτή την ημέρα τη «γιορτάζαμε» επισήμως. Στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, στις ραδιοφωνικές εκπομπές ή τις τηλεοπτικές ειδήσεις υπήρχε στάνταρ ένα θέμα που εμφανιζόταν ως αποκλειστική είδηση. Αν και το καταλάβαινες σχετικά εύκολα, το στοίχημα ήταν πόσο ευφάνταστο θα ήταν το ψέμα και όχι αν θα πείσει ως αλήθεια. Που σημαίνει ότι το ψέμα είχε μια, ας πούμε, ονομαστική αξία. Και την αναγνωρίζαμε.
Τα τελευταία χρόνια η παράδοση έχει ατονήσει, η ονομαστική αξία του ψέματος έχει πέσει κατακόρυφα. Διότι και στα μίντια και στην επικοινωνία και παντού ισχύουν οι νόμοι της αγοράς. Οσο μεγαλύτερη δηλαδή είναι η προσφορά, τόσο πέφτει η τιμή. Και πλέον, στις μέρες μας, το ψέμα κυκλοφορεί παντού και άφθονο. Χωρίς αιδώ και χωρίς προκάλυψη. Διότι ο σκοπός του δεν είναι να πείσει αλλά να εντυπωσιάσει.
Να προκαλέσει το ενδιαφέρον, να συγκινήσει, να εργαλειοποιηθεί. Θυμάμαι πάντα την Αλεξάντρια Οκάζιο – Κορτέζ να απαντά ανερυθρίαστα στον παρουσιαστή τηλεοπτικής εκπομπής που της επεσήμαινε ότι τα οικονομικά στοιχεία που παρουσίαζε ήταν ψευδή, πως δεν την ενδιέφερε η ακρίβεια αυτών που έλεγε αλλά το συναίσθημα που καλλιεργούν στο κοινό. Και αν οι ΗΠΑ πέφτουν μακριά, ο Εβρος είναι εδώ. Διότι αυτό ακριβώς έγινε και με τη «μικρή Μαρία» που υποτίθεται ότι είχε πεθάνει και συντηρούσαν το σώμα της στο νερό του ποταμού. Αυτοί που διακίνησαν την «είδηση» δεν παραδέχθηκαν το ψέμα τους ακόμη και όταν αποκαλύφθηκε. Από τη στιγμή που κατάφεραν να τσιγκλήσουν το συναίσθημα, θεώρησαν πως ό,τι έκαναν ήταν καλώς καμωμένο.
Πέραν των κατασκευασμένων «ειδήσεων» ωστόσο, το ψεύτικο έχει εγκατασταθεί στην καθημερινότητά μας με τέτοιο τρόπο, ώστε η αλήθεια να περνάει από το πλάι και με το κεφάλι σκυμμένο. Για παράδειγμα, οι φωτογραφίες των προφίλ στα σόσιαλ μίντια, αν δεν είναι τραβηγμένες πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια, είναι ρετουσαρισμένες ως εκεί που δεν παίρνει παραπάνω (ρυτίδες, προγούλια, όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω).
Ή, ακόμη καλύτερα, έχουν περάσει από κάποια εφαρμογή που κάνει, φέρ’ ειπείν, εμένα να μοιάζω με εικοσάχρονη Σουηδέζα. Μου έχει τύχει κάμποσες φορές να συναντήσω εκ του σύνεγγυς άτομα που γνωρίζω από τα σόσιαλ και να βλέπω έναν εντελώς άλλον άνθρωπο. Και το παράξενο είναι ότι εγώ αισθάνομαι άσχημα και αμήχανα. Διότι, κανονικά, δεν θα έπρεπε πια να με σοκάρει το ψεύτικο, αλλά να το έχω πιστέψει όχι ακριβώς ως αληθινό, μα ως αυτό που έχει σημασία.
Η τεχνητή νοημοσύνη εκμηδένισε, στη συνείδηση του κοινού, την απόσταση μεταξύ αλήθειας και ψέματος. Να ‘μαι εδώ με τον Μπραντ Πιτ στις Σπέτσες. Ή με τη Μάργκο Ρόμπι στον καναπέ μου. Να ο Στινγκ στο νεκροκρέβατο, δεν θυμάμαι ποιου. Και ένας άλλος σταρ να θρηνεί πάνω από ένα ανοιχτό φέρετρο. Γιατί, τον Ρόμπερτ ντε Νίρο να εγκαινιάζει το δήθεν νοσοκομείο του τον ξεχάσαμε; Με την τεχνητή νοημοσύνη, δε, το ρετούς γίνεται και στο μυαλό. Κείμενα – σεντόνια από ανθρώπους που, μόνοι τους, δύσκολα γράφουν δέκα αράδες. Ναι, βεβαίως και φαίνεται ότι είναι ΤΝ. Ε, και;
Αλήθειες και ψέματα
Προσωπικά, δυσκολεύομαι πολύ πλέον να πιστέψω σε κάτι ακράδαντα αν δεν το δω να γίνεται μπροστά στα μάτια μου και όχι σε κάποια οθόνη. Και, από την άλλη, τίποτα πια δεν μου φαίνεται απίθανο. Να πιστέψω τον Καβάφη που έχει πει ότι το ψεύδος είναι μια αλήθεια που γέρασε; Ή τον Ελύτη, κατά τον οποίο η αλήθεια κατασκευάζεται όπως ακριβώς και το ψέμα; Και εκείνο του Λένιν, ότι ένα επαναλαμβανόμενο ψέμα εκλαμβάνεται, τελικά, ως αλήθεια; Αρα λοιπόν το αντίθετο της αλήθειας δεν είναι το ψέμα αλλά η πεποίθηση, η απόλυτη σιγουριά για κάτι;
Μωρέ, για ποια αλήθεια μιλάω κι εγώ; Διαπιστώνω ότι εκεί έξω ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια. Για τα πάντα. Αυτό που είναι ένα και αδιαπραγμάτευτο είναι η πραγματικότητα. Ας μάθουμε να τη βλέπουμε.






