Μια θετική μνεία της Πέπης Ραγκούση και ένα εξίσου πολύ ουσιαστικό, σύντομο κείμενο, της Μυρτώς Λοβέρδου για την Ελένη Ουράνη (έγινε γνωστή και σταδιοδρόμησε με το ανδρικό ψευδώνυμο Αλκης Θρύλος) πριν από λίγο καιρό, στα «ΝΕΑ», επανέφεραν για λίγες ώρες στην επικαιρότητα – τη μόνη ενδεχομένως «αθανασία» που δικαιούται να απολαμβάνει πλέον ένας δημιουργός, όταν έχει περάσει, από τονθάνατό του, πάνω από μισός αιώνας – μια μορφή των ελληνικών γραμμάτων τόσο καταλυτική για την εποχή της όσο άφαντη σχεδόν υπήρξε για τα κατοπινά, ενώ είχε φύγει, χρόνια.
Δεν είναι μόνο ένα πλήθος δραστηριοτήτων – έκανε την είσοδό της στα Γράμματα ως ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας – για να δημιουργήσει το καθεαυτό «σώμα» του έργου της ως κριτικός θεάτρου και λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος, μελετήτρια σύγχρονών της αλλά και παλαιότερων πεζογράφων, συγγραφέας ταξιδιωτικών εντυπώσεων συνεργαζόμενη για δεκαετίες με έντυπα του κύρους της εφημερίδας «Ελευθερία» και του περιοδικού «Νέα Εστία».
Επιλογή του Γρηγόρη Ξενόπουλου, κράτησε τη στήλη της θεατρικής κριτικής στο γνωστότατο αυτό λογοτεχνικό περιοδικό από τον χρόνο της ίδρυσής του, το 1927, ως τον θάνατό της, τον Δεκέμβριο του 1971, με μια απαρομοίαστη συνέπεια αλλά και αυστηρότητα, τόσο μάλιστα δριμεία, ώστε δεν είναι λίγες οι φορές που είχε μηνυθεί από σκηνοθέτες και ηθοποιούς, φτάνοντας στις αίθουσες των δικαστηρίων κατηγορούμενη για συκοφαντική δυσφήμηση.
Ηταν τόση η παρρησία της, η ειλικρίνεια και η πίστη της στην ελευθερία της γνώμης της, αλλά και της γνώμης των άλλων, ώστε δεν είχε διστάσει να γράψει πως θεωρούσε τον ποιητή Πάνο Σπάλα πολύ καλύτερο από τον Γιώργο Σεφέρη (χαρακτηρίζοντας τον δημιουργό της «Στέρνας» πολύ σημαντικό μόνο ως δοκιμιογράφο), γεγονός που είχε κάνει τον αλησμόνητο φίλο, σπουδαίο κριτικό της λογοτεχνίας, Αλέξανδρο Αργυρίου, αν και διαφωνούσε κάθετα μαζί της, να πει πως «της βγάζει το καπέλο».
Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό βίωνε την ελευθερία της ώστε να περιπέσει σε ένα τεράστιο ατόπημα και ενώ είχε υπάρξει σ’ όλη της ζωή ένα βαθιά δημοκρατικό άτομο (ο πατέρας της Μιλτιάδης Νεγρεπόντης είχε χρηματίσει υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και οι συναναστροφές της ίδιας, φανατικής άλλωστε δημοτικίστριας, ήταν με συγγραφείς και καλλιτέχνες που ανήκαν πάντα σε ένα δημοκρατικό Κέντρο), δύο χρόνια από τον θάνατό της, είχε γράψει, ανάμεσα σε άλλα, σε ένα άρθρο της στον «Ελεύθερο Κόσμο» ότι «δεν μπορούμε να μην αναλογιστούμε με φρίκη ποια κατάσταση θα επικρατούσε στην Ελλάδα, αν δεν είχε μεσολαβήσει η στρατιωτική επέμβαση της 21ης Απριλίου».
Αντί να θυμώνει ή να οργίζεται, όταν άκουγε να διατυπώνονται ακόμη και κρίσεις μιας ριζικής αμφισβήτησής της, όπως «πρέπει επιτέλους να γίνει ένα θαύμα για να γράψει μια σωστή κριτική ο Αλκης Θρύλος», προβληματιζόταν σε βαθμό που, ακόμη και δημόσια θα συζητούσε με απαράμιλλη ηρεμία τι είχε ακριβώς υποχρεώσει τον οποιοδήποτε να σχηματίσει μια αντίστοιχη άποψη.
Το μότο της θα έλεγες ότι μπορούσε να συνοψιστεί στην εκτίμηση πως τόσο απολαυστικότερη γίνεται η τέχνη όσο προσωπικότερη παραμένει η σχέση μαζί της.
Αν η ισχυρότερη πραγματικότητα στον χώρο της τέχνης λογαριάζεται αυτή της ύπαρξης των «συγκοινωνούντων δοχείων», η εμμονή του Κάρολου Κουν ώστε το απόσταγμα των παραστάσεών του να μπορεί να αποδοθεί με δύο μόνον λέξεις όπως «ποίηση και μαγεία», το ίδιο ακριβώς θα το πίστωνες ως το κυρίαρχο αίτημα του Αλκη Θρύλου είτε επρόκειτο για θεατρικές παραστάσεις είτε για ποιητικά και πεζογραφικά βιβλία.
Τόσο, ώστε και σε προχωρημένη ηλικία, με σοβαρά προβλήματα υγείας, δεν δίσταζε να ταξιδέψει σε μια κοντινή ή και μακρινή επαρχιακή πόλη προκειμένου να δει ακόμη και μια ερασιτεχνική παράσταση.
Ή να διαβάζει και να γράφει τόσο κατά τη διάρκεια του χρόνου όσο και σε ετήσιους απολογισμούς, όπως επιχειρούνταν σε εφημερίδες και σε περιοδικά, για έναν απροσμέτρητο αριθμό βιβλίων ώστε ακόμα και με τρεις – τέσσερις αράδες να μην υπάρξει ούτε ένα έστω βιβλίο που δεν θα είχε γίνει γνωστή η έκδοσή του με μια περιληπτικότατη αναφορά.
Γεγονός που την είχε ωθήσει να γράψει σε ώρες απολογισμού με μια βαθιά μελαγχολική διάθεση, ενώ της είχε ζητηθεί να κάνει μια εκτίμηση του έργου της, πως στη χειρότερη για την ίδια περίπτωση (που τη θεωρούσε άλλωστε και την πιο πιθανή) ακόμα κι αν το έργο αυτό έπαυε να έχει μια οποιαδήποτε σημασία, θα διατηρούσε το ενδιαφέρον ενός με εντιμότητα καταγεγραμμένου χρονικού.
Θα έλεγες πως υπήρξε ένας δημιουργός – αν και δεν αποκλείεται να πρόκειται για μια άδικη κρίση – που, μαζί με το προσωπικό του έργο, ολοκλήρωνε μια σειρά από ζωτικές προϋποθέσεις ώστε να υπάρξουν συναντήσεις και γεγονότα αποφασιστικά προκειμένου να έχουμε σήμερα ένα τόσο σαφώς διαμορφωμένο λογοτεχνικό τοπίο όπως αυτό της γενιάς του ’30.
Δεδομένης της τεράστιας οικονομικής της ευχέρειας ώστε να μπορεί να διατηρεί ένα σπίτι ανοιχτό με προσκεκλημένους το enfant gâté της συγκαιρινής της διανόησης ώστε άλλοτε με τη μορφή επιτροπών για την απονομή βραβείων άλλοτε για τη γιορτή ενώ πραγματοποιούνταν οι απονομές αυτές και άλλοτε για να τιμηθεί μια λογοτεχνική προσωπικότητα που παρεπιδημούσε για λίγες μέρες στην Αθήνα, όλα αυτά αλλά και άλλα πολλά, θα μπορούσε να κριθούν ως μια επιπλέον, πολύ σημαντική συμβολή της στον χώρο των γραμμάτων.
Φτάνει να θυμηθούμε την μια από τις τρεις αριστουργηματικές νουβέλες του Μένη Κουμανταρέα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Το show είναι των Ελλήνων» και έχει τον τίτλο «Μια μέρα από την ζωή τους».
Αναφέρεται στην συνάντηση και τη γνωριμία του Κ.Π. Καβάφη με τον διεθνούς φήμης έλληνα μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο που είχε γίνει στο σπίτι της Ελένης Ουράνη (Οθωνος 8, στο Σύνταγμα). Ενα βράδυ του 1932, όταν ο δημιουργός των «Κεριών» είχε έρθει από την Αλεξάνδρεια για λίγες μέρες στην Αθήνα, που ήταν άλλωστε και το τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα.






