Η ευθύνη του μαέστρου, η σχέση με τον συνθέτη και η σημασία της ζωντανής ακρόασης σε μια εποχή ψηφιακής διάσπασης, με λόγο καθαρό και βαθιά μουσικό. O Νίκος Τσούχλος φωτίζει πώς η μουσική ερμηνεία γίνεται γέφυρα ανάμεσα στο έργο, τον δημιουργό και το κοινό. Αφορμή για τη συνομιλία με τον αρχιμουσικό και πρόεδρο του ΔΣ του Ωδείου Αθηνών είναι η επερχόμενη συναυλία με έργα του Περικλή Κούκου υπό τον τίτλο «Αναδρομές – Ανάμεσα στη βυζαντινή μνήμη και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση» στις 19 Φεβρουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Πρόκειται για τα έργα του σημαντικού συνθέτη «Sinfonietta (Α Byzantine Tale)», «Τέσσερα τραγούδια επτανήσιων ποιητών (σε ποίηση Αγγελου Σικελιανού και Τηλέμαχου Χυτήρη)», «Σχέδια για ένα καλοκαίρι (κύκλος τραγουδιών σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη)», «Σουίτα αρ. 4 (από τη σκηνική καντάτα “Ημερολόγιο για περαστικούς – Στα τέλη του αιώνα”)», ερμηνευμένα από τη Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών, την οποία θα διευθύνει ο Νίκος Τσούχλος.

«Είναι μεγάλη χαρά η συνεργασία με τον Περικλή, με τον οποίο μας συνδέει μια πολύ μακρά φιλία. Υπήρξαμε συμμαθητές στο Ωδείο, όταν ήμασταν πιτσιρικάδες, πριν από τους… Βαλκανικούς Πολέμους!», προσθέτοντας ότι πρόκειται για μια σχέση που διατηρήθηκε στον χρόνο. «Βρεθήκαμε και σε παράλληλες διοικητικές θέσεις, εγώ στο Μέγαρο, εκείνος στο Φεστιβάλ Αθηνών για ένα διάστημα και υπήρχε πάντα μια πολύ ωραία συνεργασία. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπώ και εκτιμώ βαθιά και βεβαίως ένας εξαιρετικός δημιουργός».

Δικαίως μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι πρόκειται για μια συναυλία με ειδικό βάρος που τη συγκροτούν τρία βασικά στοιχεία. «Πρώτον, η φιλία με τον συνθέτη, που δίνει πάντα μια προσωπική διάσταση στη συμμετοχή μου. Δεύτερον, το γεγονός ότι κάποια από αυτά τα έργα – ή προηγούμενες εκδοχές τους – είχα τη χαρά να τα διευθύνω στο παρελθόν, στο Μέγαρο. Είναι λοιπόν ένα αγαπημένο ρεπερτόριο που ξαναβρίσκω. Και τρίτον, και ίσως το σημαντικότερο απ’ όλα, η ποιότητα της ίδιας της μουσικής. Η ιδιοτυπία του προγράμματος είναι ότι αποτυπώνει διαφορετικές φάσεις της δημιουργικής πορείας του Περικλή Κούκου. Από την πρωτοποριακή μουσική της εποχής που γράφτηκε, μέχρι έναν δρόμο που βρήκε αργότερα, κυρίως μέσα από την όπερα και τη μελοποίηση κειμένων, έναν δρόμο που εξασφαλίζει άμεση επικοινωνία με το κοινό, χωρίς να πρόκειται σε καμία περίπτωση για “εύκολη” μουσική».

Ξεχωριστή θέση στο πρόγραμμα της συναυλίας έχουν τα «Σχέδια για ένα καλοκαίρι». Οπως τονίζει ο μαέστρος, πρόκειται για μελοποιήσεις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες. «Ο Σεφέρης είναι ένας ποιητής που έχει μελοποιηθεί με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, εδώ όμως έχουμε κάτι ιδιαίτερο. Χαίρομαι επίσης που θα ξανασυνεργαστώ με τη Μαίρη Ελεν Νέζη, μια εξαιρετική τραγουδίστρια με την οποία μας συνδέει επίσης παλιά συνεργασία. Τα έργα του Περικλή Κούκου συνδυάζουν σύγχρονα ευρωπαϊκά ρεύματα, ελληνική ποίηση και βυζαντινές επιρροές. Είναι όπως όταν μαθαίνεις μια γλώσσα. Ενα παιδί που μεγαλώνει μέσα στα ελληνικά, δεν μαθαίνει μόνο λέξεις, μαθαίνει έναν ολόκληρο κόσμο, έναν τρόπο σκέψης. Ετσι και οι μουσικές επιρροές, είτε πρόκειται για τη βυζαντινή μουσική, που είναι μέρος της ζωής μας, ακόμη κι αν πηγαίνουμε στην εκκλησία μόνο το Πάσχα, είτε για τη ροκ, είτε για τη μελοποιημένη ποίηση. Ολα αυτά “χωνεύονται” από έναν δημιουργό και κάποια στιγμή ξαναβγαίνουν, ίσως και ερήμην του. Για παράδειγμα, στο “Byzantine Tale” δεν μπορώ να σας δείξω ένα συγκεκριμένο βυζαντινό θέμα. Υπάρχει όμως ένα συνολικό ηχητικό κλίμα, μια καταγωγή, μια “μυρωδιά”».

Για έναν μαέστρο, ποιο είναι το στοίχημα στη διεύθυνση ενός τέτοιου έργου με τέτοιες αναφορές;

Είναι γενικότερο και αφορά την ίδια την τέχνη της μουσικής ερμηνείας. Η παρτιτούρα είναι μια φωτογραφία. Περιγράφει, αλλά δεν λέει τα πάντα, δεν ορίζει ακριβώς τον χρόνο ανάμεσα στις νότες, ούτε τη δυναμική τους. Αυτά ανήκουν στην ερμηνεία. Η δουλειά του ερμηνευτή είναι να μαντέψει τι υπάρχει πίσω από το κείμενο, ποια είναι η χειρονομία, η κίνηση, τι ανθρώπινο φορτίο κρύβεται εκεί. Οπως ακριβώς μια φωτογραφία δεν αρκεί για να γνωρίσεις έναν άνθρωπο.

Αρα συνδέεται και με την ψυχική κατάσταση του ερμηνευτή.

Απολύτως. Αυτό που τελικά αποδίδω είναι αυτό που καταλαβαίνω εγώ. Και επειδή όλοι προερχόμαστε από διαφορετικά περιβάλλοντα, αυτό είναι και η γοητεία των διαφορετικών ερμηνειών. Οπως αλλάζουμε εμείς, αλλάζει και η ματιά μας. Το σημαντικό είναι να συνεχίζουμε να επικοινωνούμε.

Πώς βλέπετε τη σχέση της λόγιας μουσικής με τις νέες γενιές;

Το μεγάλο ζήτημα είναι η πρόσληψη του χρόνου. Οι νέοι έχουν μάθει να συμπυκνώνουν τα πάντα σε ένα λεπτό. Μια συμφωνία όμως χρειάζεται συγκέντρωση, αφοσίωση. Γι’ αυτό ο ρόλος της εκπαίδευσης δεν είναι να μιλά για «μεγαλείο», αλλά να καλλιεργεί τη διάρκεια και τη συνεργασία. Αυτές είναι ανεκτίμητες εμπειρίες που προσφέρει η μουσική.

Υπάρχει ελπίδα;

Υπάρχει, και μάλιστα μεγάλη. Το επίπεδο των νέων μουσικών στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ υψηλότερο. Και έχουν μια λιγότερο ακαδημαϊκή νοοτροπία. Σε αυτούς πέφτει το βάρος να πάνε τα πράγματα παρακάτω – και πιστεύω ότι θα τα πάνε εξαιρετικά.

Η ζωντανή μουσική μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο στην ψηφιακή εποχή;

Το live είναι το αντίδοτο. Οχι η «κονσέρβα». Το πρόβλημα δεν είναι το ψηφιακό· είναι η παθητικότητα. Σήμερα έχουμε πρόσβαση στα πάντα – το ζήτημα είναι αν θα κάνουμε το κλικ. Αν θα κάνουμε την κίνηση. Εκεί κρίνεται το παιχνίδι.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.