Εναν χρόνο μετά την ταινία «Είμαι ακόμα εδώ» του Βάλτερ Σάλες που απέσπασε το Οσκαρ διεθνούς ταινίας, η δικτατορία στη Βραζιλία στη δεκαετία του 1970 γίνεται το φόντο μιας άλλης οσκαρικής ταινίας, του «Μυστικού πράκτορα» (O secreto agendo, Βραζιλία / Γαλλία / Γερμανία / Ολλανδία, 2025) που σκηνοθέτησε ο πρώην κινηματογραφικός κριτικός και εδώ και χρόνια κινηματογραφιστής Κλέμενς Μεντόσα Φίλο (έχουμε δει μία ακόμη ταινία του ιδίου, το «Bacurau», 2019).
Στην ουσία, αυτό που παρακολουθούμε είναι ένα δαιδαλώδες παιχνίδι γάτας – ποντικού, στο οποίο γάτα είναι το παρακράτος της Βραζιλίας και ποντικός ένας μυστηριώδης τύπος, ο Αρμάντο (Βάγκνερ Μούρα – υποψήφιος για το Οσκαρ πρώτου ρόλου), ο οποίος έχει καταλήξει στην πόλη Ρεσίφε, όπου ελπίζει να διαφύγει από τη χώρα. Ο Μεντόσα Φίλο κρύβει με προσοχή τα χαρτιά του και δίνει με υπομονή τις πληροφορίες για τους λόγους που ο Αρμάντο βρίσκεται στο στόχαστρο και κινείται σαν φάντασμα.
Το τι έχει προηγηθεί το μαθαίνεις παραπλεύρως, σιγά σιγά, και μέσα από πρόσωπα που σχετίζονται με τον Αρμάντο, την ώρα που η ατμόσφαιρα που ο σκηνοθέτης φτιάχνει χάρη στη λεπτομερή δουλειά στα σκηνικά και τα κοστούμια των Θάλες Χουνκουεΐρα και Ρίτα Αζεβέδο αλλά και το πώς όλα αυτά εικονογραφούνται μέσω των φίλτρων της Εβγκένια Αλεξάντροβα σε κάνουν να νιώθεις ότι βρίσκεσαι πραγματικά στη Βραζιλία του 1977.
Στο ταμπλό της ταινίας θα βρεις κρυφούς αντιστασιακούς και διεφθαρμένους αστυνομικούς, διεστραμμένους πλούσιους και επαγγελματίες δολοφόνους, πτώματα στη μέση του πουθενά και ένα σκοτωμένο κήτος. Αλλά κυρίως θα βρεις ένα αρχετυπικό οικογενειακό δράμα που στο τέλος σε αφήνει με ένα σφίξιμο στην καρδιά, ενώ το δάκρυ κυλά από τα μάτια σου.
Στη σκιά της «Εντασης»
«Ο δρόμος του εγκλήματος» (Crime 101, ΗΠΑ, 2026) του Μπαρτ Λέιτον σου δίνει την αίσθηση ότι παρακολουθείς κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που στην πραγματικότητα η ταινία είναι. Στις 2 ώρες και 50 λεπτά, η ταινία είναι υπερβολικά μεγάλη σε διάρκεια, πολύ φορτωμένη από χαρακτήρες, με μια επική όψη (ενώ έπος δεν είναι) και με σχετικά εύκολες λύσεις στα σεναριακά εμπόδιά της· όχι σε όλα, αλλά σε αρκετά.
Επίσης, βλέποντας την ταινία, νιώθεις ότι ο Λέιτον αγαπάει τόσο πολύ την «Ενταση» (1995) του Μάικλ Μαν, που τελικά δεν μπορεί να ξεφύγει από τη σκιά της για να απογειωθεί και να κάνει κάτι που δεν τη… θυμίζει. Ολα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι «Ο δρόμος του εγκλήματος» δεν είναι μια ταινία που παρακολουθείται με περιέργεια. Εχει σασπένς και τελικά δεν είναι και τόσο προβλέψιμη. Ληστείες, προδοσίες, ρομάντζο και (ευτυχώς) όχι πολλές δολοφονίες διανθίζουν την ιστορία, στην οποία τέσσερις είναι οι βασικοί ήρωες – δύο κακοποιοί (Κρις Χέμσγουορθ, Μπάρι Κέογκαν), μία ασφαλίστρια (Χάλι Μπέρι) και ένας αστυνομικός (Μαρκ Ράφαλο).
Γοητευτικότερος όλων, ο τελευταίος· ο Ράφαλο, όπως πάντα, σε κερδίζει άνευ όρων, πόσω μάλλον στον ρόλο ενός ανθρώπου που έχει παρατήσει τον εαυτό του αλλά εξακολουθεί να πιστεύει στις ικανότητές του, χωρίς να δίνει σημασία στο ότι όλος ο περίγυρός του τον θεωρεί παρωχημένο. Και είναι μια μικρή απόλαυση να τον ακούς να μιλάει, απαξιώνοντας καθετί «μοδάτο». «Θα θέλατε ένα smoothie;», τον ρωτά η Χάλι Μπέρι όταν γνωρίζονται. «Δεν μου αρέσει καν η λέξη smoothie», είναι η απάντησή του. Γι’ αυτόν και μόνο αξίζει να δει κανείς την ταινία.
Σαδομαζοχισμός
Το στοιχείο της σεξουαλικότητας είναι απολύτως κυρίαρχο στην τελευταία κινηματογραφική εκδοχή του εμβληματικού λογοτεχνικού έργου της Εμιλι Μπροντέ «Ανεμοδαρμένα ύψη» (Wuthering heights, ΗΠΑ / Αγγλία, 2026), το δεύτερο που βλέπουμε μέσα από γυναικείο πρίσμα, της Εμεραλντ Φενέλ, περίπου 15 χρόνια μετά την ωμή εκδοχή της Αντρεα Αρνολντ σε μια πολύ ανώτερη ταινία.
Η άποψη της Φενέλ μοιάζει με επαναλαμβανόμενη πραγματεία στον σαδομαζοχισμό· θα μπορούσες να πεις ότι η ταινία κρυφοαλληθωρίζει προς τις «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» και ότι το βικτωριανό φόντο δεν είναι παρά το αμπαλάζ. Η εικονογράφηση από τον διευθυντή φωτογραφίας Λάινους Σάντγκρεν είναι μεν ελκυστική, αλλά στην πραγματικότητα το ερωτικό πάθος ανάμεσα στην Κάθι Ερνσο (Μάργκοτ Ρόμπι) και τον Χίθκλιφ (Τζέικομπ Ελόρντι), τον άνθρωπο με τον οποίο η πρώτη μεγάλωσε και εν συνεχεία παράτησε για να παντρευτεί έναν πλούσιο (Σαζάντ Λατίφ), δεν σε πείθει ιδιαίτερα, όπως δεν σε πείθουν τα σεξουαλικά βίτσια του Χίθκλιφ με μια τρίτη γυναίκα (Αλισον Ολιβερ) προκειμένου να «πικάρει» την Κάθι. Σε αυτή την ταινία νιώθεις ότι όλοι βασανίζουν και βασανίζονται χωρίς να ξέρουν ακριβώς τον λόγο, οπότε αυτός ο έρωτας κάποια στιγμή γίνεται απλώς ανυπόφορος – και για τους ήρωες και για τους θεατές.
Δύο ντοκιμαντέρ
«Από τι είμαστε φτιαγμένοι» (Ελλάδα, 2026). Με βαρόμετρο της ιστορίας του τον Αρη, έναν τετραπληγικό φοιτητή ψυχολογίας ο οποίος δουλεύει πάνω σε μια πτυχιακή εργασία για τα στερεότυπα γύρω από τη σεξουαλικότητα των ατόμων με αναπηρία, ο ιρανός σκηνοθέτης Σιαμάκ Ετεμάντι, που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, αναζητεί απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που οι αρτιμελείς άνθρωποι έχουν για το πώς ζουν – και κυρίως το πώς θέλουν να ζουν – συνάνθρωποί τους με σωματικές αναπηρίες. Η ταινία (που χρειάστηκε πέντε χρόνια για να ολοκληρωθεί) εξετάζει αρκετές περιπτώσεις (και ποικίλων ηλικιών) και τελικά το συναίσθημα που σου προκαλεί δεν είναι τόσο η συγκίνηση όσο ο θαυμασμός.
Το άτομο με αναπηρία δεν υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο μόνο για να φάει και να κοιμηθεί. Εχει και συναισθήματα, τα οποία θέλει να φροντίσει, και η σεξουαλικότητα βεβαίως παίζει τεράστιο ρόλο. Η ταινία θέλει να καταρρίψει το στερεότυπο που λέει ότι ένα ανάπηρο άτομο είναι προορισμένο να είναι μαζί με ένα άλλο ανάπηρο άτομο. Και είναι πραγματικά τραγικό να ακούς ότι επικρατεί ακόμα και σήμερα, σε μια σύγχρονη κοινωνία, η μεσαιωνική αντίληψη «τι θα πει ο κόσμος;». Ενα μεγάλο «μπράβο» σε όλους όσοι δούλεψαν σε αυτή την ταινία αξίζει, και με το παραπάνω.
«Το τραγούδι του δάσους» (Le chant de forets, Γαλλία, 2025). Η σχέση άγριας φύσης – ανθρώπου, ενδεδυμένη με ποίηση, πρωταγωνιστεί στην τελευταία δουλειά του διάσημου γάλλου φωτογράφου και σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ Βενσάν Μινιέ, ειδικού σε τέτοια θέματα, του οποίου μια προηγούμενη ταινία, «Η λεοπάρδαλη του χιονιού», έχει επίσης παιχθεί στις ελληνικές αίθουσες.
Ο φακός του Μινιέ απαθανατίζει διάφορα πλάσματα της φύσης που κυκλοφορούν στα Βόσνια Ορη της Γαλλίας, τα οποία ο Μινιέ επισκέπτεται μαζί με τον πατέρα του Μισέλ και τον γιο του Σιμόν. Ο πρώτος ήταν εκείνος που μύησε τον Βενσάν στην ομορφιά της φύσης όταν ήταν ακόμα παιδί· όταν βρέθηκε με μια κάμερα μόνος στο δάσος, αποφάσισε ότι αυτό θα ήθελε να κάνει στη ζωή του. Και ο γιος του, σήμερα, αναρωτιέται αν θέλει να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα και του παππού του. Ανάμεσά τους, ελάφια, κουκουβάγιες, λύγκες, ακόμα και ένα σπάνιο είδος αγριόκουρκου· συμμέτοχοι σε ένα ταξίδι μυσταγωγικό, μέσω του οποίου γινόμαστε κοινωνοί μιας σχεδόν μεταφυσικής εμπειρίας.
Οταν η ταινία τελειώνει, αυτό που έχει μείνει είναι η αίσθηση μιας βαθιάς γαλήνης, σχεδόν σαν να έχεις περάσει από ένα είδος θεραπείας, ανακαλύπτοντας πράγματα που ούτε καν είχαν περάσει ποτέ από το μυαλό σου, άπαξ και δεν έχεις ιδιαίτερη επαφή με τη φύση και τα γοητευτικά της μυστήρια.
Αβανγκάρντ σινεμά
Δεν περιμένεις γραμμική αφήγηση και δραματουργική καθαρότητα από μια ταινία του Πέτρου Σεβαστίκογλου. Αυτό που περιμένεις όμως είναι μια αίσθηση και μια επαφή με το φιλμικό «σώμα». Οι «Κραυγές» (Ελλάδα, 2025) αυτό ακριβώς προσφέρουν μέσα από την ανάγνωση προσώπων, εκφράσεων, κινήσεων, καταστάσεων. Κάπου στο φόντο καταλαβαίνεις ότι ο Σεβαστίκογλου επιδιώκει κάτι να αφουγκραστεί· ίσως τη γυναίκα (ως έννοια) μέσα στο ασφυκτικό αστικό περιβάλλον των καιρών μας. Η κάμερά του (ο ίδιος είναι ο χειριστής της) καταγράφει σαν να χορεύει με τους ηθοποιούς· θα μπορούσες να πεις ότι η κάμερα ανήκει στους ηθοποιούς, δεν αποτελεί κάτι ξεχωριστό. Και αυτό μπορεί να κάνει την εμπειρία συναρπαστική, αρκεί να επιτρέψεις στον εαυτό σου να ακολουθήσει τον χορό χωρίς να το πολυσκέφτεται (εμφανίζονται οι ηθοποιοί Αγλαΐα Παππά, Αλεξάνδρα Καζάζου, Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Μαρία Αρζόγλου και Χάρης Φραγκούλης).
Ενα στατικό πλάνο που απεικονίζει πολυκατοικίες του Τόκιο, η πρώτη εικόνα της ταινίας «Δύο εποχές, δύο ξένοι» (Tabi to Hibi, Ιαπωνία, 2025). Ενα άδειο σημειωματάριο αμέσως μετά. Μια γυναίκα (Σιμ Εούν-κιουνγκ) σκέφτεται και διστακτικά αρχίζει και σημειώνει με μολύβι. Δεν θα περάσει πολλή ώρα για να αντιληφθούμε ότι η γυναίκα γράφει μια ιστορία. Και τα δρώμενα που παρακολουθούμε παράλληλα στην οθόνη αντανακλούν τις σκέψεις της. Ενας νεαρός στην παραλία που μια τουρίστρια θέλει να φωτογραφίσει. Μια κοπέλα περιφερόμενη στους ερημικούς δρόμους του χωριού αυτής της παραλίας. Θα συναντηθούν. Τι θα προκύψει; Κανείς δεν ξέρει, ούτε βεβαίως η κοπέλα που γράφει την ιστορία. Ετσι ο σκηνοθέτης Σο Μιγιάκε υφαίνει αυτό το ήσυχο, χαμηλότονο «παιχνίδι» ανάμεσα στον κόσμο της φαντασίας και του κινηματογράφου και τον πραγματικό κόσμο της ζωής, που κάποια στιγμή ταυτίζονται. Το ποια είναι αυτή η γυναίκα που γράφει, το τι θέλει και πώς το αναζητεί, όλα αυτά τα μαθαίνουμε σιγά σιγά ακολουθώντας το άγρυπνο βλέμμα του Μιγιάκε ενώ την παρακολουθεί σε αυτή τη μοναχική περιπλάνηση, στην οποία μπορεί να συμβαίνουν πολλά πράγματα, όλα όμως αφήνουν πίσω τους κάτι.
Επανέκδοση
Γιορτάζοντας τα 20 χρόνια ζωής της γερμανικής ταινίας «Οι ζωές των άλλων» (Das Leben der Anderen, 2006) του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, ο κινηματογράφος Δαναός την προβάλλει κατ’ αποκλειστικότητα και σε εκ νέου επεξεργασμένη κόπια. Τεράστια επιτυχία της εποχής της, η ταινία πέτυχε γιατί ο σκηνοθέτης της επέστρεψε στην εποχή της διχοτομημένης Γερμανίας (1984) κάνοντας μια δεξιοτεχνική μείξη πολιτικοποιημένου – ψυχαγωγικού κινηματογράφου στο ύφος του επίσης γερμανικού «Goodbye Lenin!». Στιγμές γνήσιας συγκίνησης μέσα από μια ιστορία έρωτα και προδοσίας, που θυμίζουμε ότι απέσπασε και το Οσκαρ μη αγγλόφωνης ταινίας (παίζουν οι Ούλριχ Μούχε, Σεμπάστιαν Κοχ, Μαρτίνα Γκέντεκ, Ούλριχ Τούκουρ κ.ά.).
Επίσης στις αίθουσες
Aποκλειστικά στην αίθουσα Cinobo Πατησίων προβάλλεται και η εκμοντερνισμενη εκδοχή του Κόμη Δράκουλα, ο «Δράκουλας» (Dracula, διεθνής συμπαραγωγή με βάση τη Ρουμανία, 2025), την οποία σκηνοθέτησε ο κόμης του πρωτοποριακού ρουμανικού κινηματογράφου Ράντου Ζούντε (δυστυχώς αδυνατούμε να εκφέρουμε άποψη γιατί η ταινία δεν παρουσιάστηκε στους δημοσιογράφους).
Αθλητισμός και ζωοφιλία στην τελευταία ταινία animation της Sony Pictures Animation «Goat: Ο δρόμος προς την κορυφή» (ΗΠΑ, 2026) των Τάιλι Ντίλιχεϊ και Ανταμ Ροσέτ. Μότο εδώ «και τα μικρά ζώα μπορούν να παίξουν μπάλα!» και κεντρικό «πρόσωπο» ο Γουίλ, μια νεαρή αρσενική κατσίκα που στοχεύει να ενταχθεί στους επαγγελματίες αθλητές του roar ball – αθλήματος υψηλής έντασης, μεικτού, με πλήρη επαφή –, στο οποίο κυριαρχούν τα γρηγορότερα και πιο άγρια ζώα του κόσμου. Θα τα καταφέρει;
Στο παραμύθι «Rabbit trap» (ΗΠΑ / Αγγλία, 2025) του Μπριν Τσένι, ένα ζευγάρι μουσικών (Ντεβ Πατέλ, Ρόζι ΜακΓιούαν) που έχει μετακομίσει στο δάσος αναζητώντας έμπνευση στους ήχους της φύσης, έρχεται σε επαφή με ένα μυστηριώδες αγόρι (Τζέιντ Κρου), το οποίο φέρνει στην επιφάνεια κρυφές εντάσεις και δοκιμάζει τη σχέση τους.
Το ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Τράγγαλου «Αβάντι μαέστρο» (Ελλάδα, 2024) αφορά την ελληνική λαϊκή τέχνη του Καραγκιόζη και προσκαλεί τον θεατή σε ένα ταξίδι στον μαγικό κόσμο του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών με ξεναγό τον Ιάσονα Μελισσηνό που ασχολείται με τον Καραγκιόζη εδώ και περισσότερα από 60 χρόνια.
- ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ: Μαζί με την έκδοση «ANTI-STRESS ζωγραφική & ασκήσεις μυαλού για παιδιά και ενηλίκους» στις 14 Φεβρουαρίου
- Η Ανθή Βούλγαρη για την εξωσωματική και την απογοήτευση πριν αποκτήσει τον γιο της – Πώς αντέδρασε ο άνδρας της και γιατί του είπε να χωρίσουν
- Πρόστιμο της Euroleague στον Γιώργο Μπαρτζώκα για το περιστατικό στο Ντουμπάι







