Η Μέι επιβίωσε πολιτικά  από το εσωκομματικό πραξικόπημα, παρατείνοντας την παραμονή της στην ηγεσία του κόμματος. Εχασε την υποστήριξη του ενός τρίτου των βουλευτών της αλλά το αποτέλεσμα δεν επιτρέπει πρόταση μομφής για τους επόμενους 12 μήνες τουλάχιστον. Παρά το εύρος της αμφισβήτησης, η Μέι κατέστησε σαφές ότι δεν πρόκειται να παραιτηθεί, όπως η Θάτσερ το 1990. Τότε η Θάτσερ είχε κερδίσει τον πρώτο γύρο με 204 ψήφους έναντι 152 του Χεζελτάιν και 16 αποχών. Βάσει του καταστατικού των Τόρηδων απαιτούνταν και δεύτερος γύρος. Η Θάτσερ δήλωσε αρχικά αποφασισμένη να πολεμήσει μέχρι τέλους. Το πρωινό της 22ας Νοεμβρίου του 1990, όμως, ανακοίνωσε την παραίτησή της. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η αμφισβήτηση της ηγεσίας της Θάτσερ προήλθε από την αρνητική της στάση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Σχεδόν 30 χρόνια μετά, η Μέι αμφισβητείται γιατί δεν έρχεται σε πλήρη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Προκειμένου να παραμείνει στην ηγεσία του κόμματος, η Μέι αποδέχθηκε την αποδυνάμωσή της. Δεσμεύθηκε ότι δεν θα ηγηθεί του κόμματος στις επόμενες βουλευτικές εκλογές σηματοδοτώντας την έναρξη της μάχης διαδοχής στο διχασμένο κόμμα των Τόρηδων. Αποδυναμώνεται, όμως, στην προσπάθειά της να πετύχει καλύτερη συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ενωση και να περάσει τη συμφωνία από τη Βουλή.

Οι συντηρητικοί ευρωσκεπτικιστές θεωρούν ότι μόνο ένα σκληρό Μπρέξιτ αποτυπώνει τη λαϊκή βούληση του δημοψηφίσματος του 2016. Η προσπάθειά τους, όμως, να εκθρονίσουν τη Μέι και να τοποθετήσουν στην Ντάουνινγκ κάποιον που θα διαχειριστεί ένα σκληρό Μπρέξιτ εκτροχιάστηκε.

Τους απομένει μόνο η ακραία επιλογή να συνασπιστούν με κόμματα της αντιπολίτευσης ψηφίζοντας μια πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης. Υπό την έννοια αυτή δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο των πρόωρων εκλογών.

Εάν το ενδεχόμενο ενός σκληρού Μπρέξιτ είναι το πιο ακραίο ενδεχόμενο, το ήπιο Μπρέξιτ, που συμφώνησε η Μέι παραμένει εξαιρετικά δύσκολο να περάσει από τη Βουλή. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας δείχνει ότι η Μέι δεν έχει την απαιτούμενη πλειοψηφία να περάσει τη συμφωνία από το κοινοβούλιο. Αυτό την οδηγεί σε μια τελευταία απέλπιδα διαπραγμάτευση με την ΕΕ για μια καλύτερη Συμφωνία. Στο σημείο που βρίσκεται η Ευρώπη σήμερα είναι αμφίβολο αν μπορεί να κάνει οποιαδήποτε παραχώρηση στη Βρετανία. Μπορεί, ενδεχομένως, σημεία της Συμφωνίας να επαναδιατυπωθούν με διπλωματική αμφισημία αλλά δεν θα αλλάξουν πρόνοιες που είναι νομικά δεσμευτικές.

Η Μέι είναι δύσκολο να βρει ψήφους ανάμεσα στους εργατικούς αν η συμφωνία δεν αλλάξει ριζικά.  Είναι δύσκολο επίσης να έχει τη στήριξη του βορειοϊρλανδικού κόμματος (DUP) με το ζήτημα του συνόρου της Ιρλανδίας. Με δεδομένη την αμφισβήτηση στο ίδιο της το κόμμα, οι πιθανές επιλογές της θα είναι οι εκλογές ή ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Μόνο που καμιά από τις δύο αυτές επιλογές δεν φαίνεται ικανή να λύσει τον γόρδιο δεσμό της βρετανικής αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ενωση.

 

Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, πρώην υπουργός