Δώδεκα ημέρες μετά τον καταστροφικό σεισμό που έπληξε τη Βενεζουέλα, η καθημερινότητα εξακολουθεί να μοιάζει με εφιάλτη. Μέχρι και το περασμένο Σάββατο (04/07) με το πρώτο φως της ημέρας, συνεργεία διάσωσης, εκατοντάδες εθελοντές και κάτοικοι επέστρεφαν στα σημεία της τραγωδίας, εκεί όπου κάθε πέτρα που μετακινούνταν μπορεί να έκρυβε μια αχτίδα ζωής ή μία ακόμη οδυνηρή επιβεβαίωση της απόλυτης καταστροφής.

Οι επιχειρήσεις έρευνας εξελίσσονταν αδιάκοπα μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο κινδύνους. Οι ομάδες που επιχειρούσαν στα συντρίμμια δοκίμαζαν καθημερινά τα ανθρώπινα όριά τους με ό,τι μέσο είχαν, δίνοντας μάχη με τον χρόνο αλλά και την εξάντλησή τους. Παρά την κόπωση και την αβεβαιότητα, κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να σταματήσει όσο παραμένει έστω και η παραμικρή πιθανότητα να εντοπιστούν επιζώντες.

Στο σημείο «μηδέν» της τραγωδίας βρέθηκε μαζί με την ομάδα του, και ο εθελοντής Μίλτος Μπενάκης, πρόεδρος της επίλεκτης ομάδας ειδικών αποστολών Θεσσαλονίκης. Μιλήσαμε μαζί του, την στιγμή που είχε φτάσει στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» στην Αθήνα, και περίμενε την πτήση του για να επιστρέψει στην πόλη του. Πέταξαν για Βενεζουέλα την Τετάρτη, με δική τους πρωτοβουλία, και η σκέψη του την ώρα της επιστροφής ήταν μία:

«Η καταστροφή που προκαλεί ο σεισμός, όπου και εάν βρεθείς, έχει το ίδιο αποτύπωμα και στίγμα. Σκέφτομαι, πότε θα αναρρώσουν αυτοί οι άνθρωποι, πότε θα μπουν σε κατοικήσιμα σπίτια, και πότε η περιοχή θα γίνει αυτή που ήταν» λέει στο tanea.gr.

«Έσκαβαν με τα ίδια τους τα χέρια και τραυματίζονταν»

Από την πρώτη στιγμή, όπως λέει, υπήρχαν δυσκολίες στην αποστολή τους, αφού δεν είχαν φτάσει τα πράγματά τους, και δεν κατάφεραν να πάρουν μαζί τους τον εξοπλισμό τους, με αποτέλεσμα, να επιχειρούν με τα μηχανήματα και εργαλεία των ξένων συναδέλφων τους. «Ουσιαστικά επιχειρούσαμε με βάση τον γενικό σχεδιασμό των Τούρκων με τους οποίους και συνεργαστήκαμε, όπως και με τους Γάλλους. Βρισκόμασταν στα κέντρα επιχειρήσεων των μεγάλων ομάδων και γινόμασταν ένα κομμάτι μαζί τους. Το δύσκολο ήταν πως δεν υπήρχε “ασφάλεια πεδίου”, γεγονός το οποίο δυσκόλευε το έργο μας, ενώ υπήρχε και ζήτημα με τις μετακινήσεις. Η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα ήταν δύσκολα και υπήρχε παντού η εποπτεία του στρατού και της αστυνομίας, που ουσιαστικά παρακολουθούσαν κάθε μας κίνηση».

Όσο βρισκόταν στην πόλη Λα Γκουάιρα, αντίκριζε μία κοινωνία που δοκιμαζόταν και δοκιμάζεται, με την ελπίδα να συγκρούεται καθημερινά με την σκληρή πραγματικότητα. Οι άνθρωποι, έψαχναν απεγνωσμένα τους συγγενείς τους, σε έναν τόπο, γεμάτο με συντρίμμια. «Έβλεπα κάτοικους σε απόλυτο πανικό, απεγνωσμένοι να περιμένουν να βγει ο συγγενής τους από τα ερείπια. Με τα ίδια τους τα χέρια έσκαβαν, προσπαθούσαν να χωθούν σε λαγούμια σαν τα ποντίκια. Εκείνη την στιγμή, νομίζουν πως γνωρίζουν πού βρίσκεται ο άνθρωπός τους κάτω από τα συντρίμμια, αλλά δεν είναι έτσι. Δεν γίνεται να έχουν την αίσθηση του χώρου σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι ίδιοι τραυματίζονταν επειδή επιχειρούσαν χωρίς την κατάλληλη ένδυση, με αποτέλεσμα να πρέπει να τους φροντίσουμε. Δεν τους ενδιέφερε τίποτα, δεν ζητούσαν άδεια, παρά μόνο έσκαβαν και έπεφταν πάνω σε σίδερα. Αυτό δείχνει την αγωνία τους, ότι μπορεί ο οικείος τους να είναι ζωντανός, και θα κάνουν τα πάντα για αυτόν».

«Ήμασταν εκεί όταν βγήκε ζωντανός ο 44χρονος»

Παράλληλα, η ελληνική ομάδα συμμετείχε και σε διακομιδές τραυματιών προς πρόχειρες υγειονομικές δομές που δημιουργήθηκαν, την στιγμή που τα νοσοκομεία αδυνατούσαν να διαχειριστούν τον τεράστιο αριθμό των θυμάτων.

Καθώς οι μέρες περνούν, το παράθυρο ευκαιρίας για τον εντοπισμό επιζώντων κλείνει, ωστόσο η ελπίδα σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν σβήνει ποτέ, καθώς κάθε περιστατικό είναι διαφορετικό. Μέσα σε αυτό το εξαντλητικό έργο, κάθε επιτυχημένη διάσωση γίνεται πηγή δύναμης και αισιοδοξίας για τις ομάδες που επιχειρούν αδιάκοπα. Μία από αυτές τις σπάνιες αλλά συγκλονιστικές στιγμές εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια του Έλληνα εθελοντή, όταν ένας 44χρονος άνδρας απεγκλωβίστηκε ζωντανός, αρκετές ημέρες μετά τον φονικό σεισμό.

«Ήμασταν εκεί όταν βγήκε ζωντανός. Φώναζαν όλοι και συντάχθηκαν στον ίδιο σχεδιασμό προκειμένου να απεγκλωβιστεί γρήγορα και σωστά. Αυτή ήταν μία σοκαριστική στιγμή».

Όπως λέει ο κ. Μπενάκης, τις τελευταίες ημέρες, πέρα από την σκόνη στην ατμόσφαιρα, υπήρχε και έντονη δυσοσμία και κρούσματα χολέρας. Διεθνή συνεργεία αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Βενεζουέλα επειγόντως, αφού η τεράστια καταστροφή στις υποδομές δεν άφησε ανεπηρέαστη την παροχή καθαρού νερού στις πληγείσες περιοχές. Το γεγονός αυτό δημιουργεί κινδύνους μόλυνσης και εξάπλωσης ασθενειών, όπως η χολέρα και ο τυφοειδής πυρετός.

Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι στην πολιτεία Λα Γκουάιρα, η οποία υπέστη τις περισσότερες καταστροφές, το εμφιαλωμένο νερό παραμένει η μόνη επιλογή για μπάνιο, πλύσιμο δοντιών και χεριών, μαγείρεμα και κάθε άλλη χρήση, όπως επισημαίνει στους New York Times η Σουσάνα Αρόγιο, εκπρόσωπος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ερυθρού Σταυρού και Ερυθράς Ημισελήνου στην πρωτεύουσα Καράκας. «Το ίδιο ισχύει και για την αποχέτευση που έχει καταστραφεί και η πρόσβαση σε τουαλέτες είναι περιορισμένη και σε ορισμένες δε περιοχές ανύπαρκτη».

Από το «δίδυμο» χτύπημα του Εγκέλαδου με εντάσεις 7,2 και 7,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, σύμφωνα με τον τελευταίο επίσημο απολογισμό, ο αριθμός των νεκρών αγγίζει τους 3.000 και περισσότεροι από 16.000 τραυματίστηκαν. Ο τραγικός απολογισμός εκφράζονται φόβοι ότι θα αυξηθεί περαιτέρω, καθώς ο ΟΗΕ εκτιμά πως ο αριθμός των αγνοουμένων μπορεί να φθάσει μέχρι και τους 50.000 – η κυβέρνηση δεν έχει ανακοινώσει επίσημο αριθμό. Παράλληλα, σε πάνω από 16.000 υπολογίζονται οι άστεγοι, καθώς τουλάχιστον 856 υπέστησαν σοβαρές ζημιές ή καταστράφηκαν ολοσχερώς.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail