Σε μια περίοδο αβεβαιότητας, οι ευρωπαϊκές χώρες ανακαλύπτουν ξανά τη στρατηγική αξία της συνεργασίας, της εμπιστοσύνης, της συνέχειας και των κοινών αξιών. Η αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης δέχεται απειλή από πολέμους, γεωγραφικό αναθεωρητισμό, υβριδικές απειλές, εχθροπραξίες στον κυβερνοχώρο, αστάθεια στον τομέα της ενέργειας και από μεταναστευτικές ροές. Αυτά δεν αποτελούν μεμονωμένα φαινόμενα. Διαμορφώνουν ένα πεδίο συστημικής αστάθειας, το οποίο είναι εμφανές στον κόσμο κατά τον 21ο αιώνα.

Αυτό τόνισε, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας, Νίκος Δένδιας, από την Αυστρία μετά τη συμμετοχή του, σήμερα, Τρίτη 19 Μαΐου, στο Europa-Forum Wachau ’26, με θέμα «European Security Architecture: From the End of Order to Joint Initiative».

Το Φόρουμ πραγματοποιήθηκε στο πανεπιστημιακό Campus της αυστριακής πόλης Κρεμς. Στις εργασίες του συμμετείχαν, επίσης, η υπουργός ‘Αμυνας της Αυστρίας Klaudia Tanner και ο υπουργός ‘Αμυνας της Μολδαβίας Anatolie Nosatii.

«Η Ελλάδα, όπως και η Αυστρία, αξιολογεί τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη με μια ματιά 360 μοιρών και επιτρέψτε μου να πω πως πιστεύω ότι και η Μολδαβία έχει παρόμοια προσέγγιση» πρόσθεσε ο κ. Δένδιας.

«Σε αυτό το πλαίσιο, οφείλω να αναγνωρίσω την αλληλεγγύη της Αυστρίας κατά τα τεκταινόμενα του 2020 στα ανατολικά χερσαία σύνορα της Ελλάδας, στον ποταμό Έβρο, όπου οργανωμένη μεταναστευτική πίεση εργαλειοποιήθηκε σε μία προσπάθεια αμφισβήτησης όχι μόνο της κυριαρχίας της Ελλάδας αλλά και της συνοχής και ανθεκτικότητας της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης» ανέφερε.

«Η Ελλάδα εκτιμά βαθύτατα την υποστήριξη της Αυστρίας εκείνη την περίοδο, διότι τα εξωτερικά σύνορα της Ελλάδας αποτελούν επίσης τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κοινά μας σύνορα. Αυτή η κατανόηση βρίσκεται στο επίκεντρο του ‘Αρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Της αρχής, που ορίζει πως η ασφάλεια ενός κράτους-μέλους αφορά όλα τα κράτη-μέλη» υπογράμμισε.

«Η στρατηγική αλληλεγγύη δεν πρέπει να παραμείνει μια θεωρητική διάταξη, η οποία φυλάσσεται για ακραίες καταστάσεις. Πρέπει να εξελιχθεί σε ένα ζωντανό, ευρωπαϊκό αντανακλαστικό. Η Ευρώπη έχει αναπτύξει τη δυνατότητα, όχι απλώς να αντιδρά σε κρίσεις, αλλά επίσης να τις προβλέπει και να διαμορφώνει το περιβάλλον ασφαλείας της. Πιστεύω πως αυτό αποτελεί κοινή άποψη σήμερα εδώ» εξήγησε ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας.

Νωρίτερα, ο κ. Δένδιας συμμετέχοντας στο Φόρουμ υπογράμμισε: «Αποτελεί μια πρόσκληση να αξιολογήσουμε πού βρισκόμαστε και μια πρόκληση να μιλήσουμε ειλικρινά για το τι πρέπει ακόμη να γίνει η Ευρώπη. Όταν συγκλήθηκε το πρώτο Φόρουμ «Europa» το 1995, η αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής ασφάλειας βασιζόταν σε παραδοχές που, δυστυχώς, έκτοτε έχουν συστηματικά καταρριφθεί. Η ειρήνη στην ήπειρό μας αντιμετωπιζόταν ως μια μη αναστρέψιμη κατάσταση, όχι ως μια ευθύνη που απαιτεί συνεχή επένδυση. Η άμυνα θεωρούνταν ως μια δευτερεύουσα λειτουργία, κάτι που έπρεπε να διαχειριστεί κανείς, παρά να διαμορφώσει».

«Η τεχνολογία θεωρούνταν κυρίως ως κινητήρια δύναμη της οικονομικής ευημερίας», συνέχισε, «όχι ως το πεδίο, στο οποίο θα κρίνονταν οι μελλοντικές συγκρούσεις».

«Κάθε μία από αυτές τις παραδοχές διαψεύστηκε από τα γεγονότα. Ό,τι θεωρούνταν δεδομένο αποδείχθηκε, τουλάχιστον, εύθραυστο. Ό,τι είχε αναβληθεί έχει καταστεί επείγον, και αυτό που κάποτε θεωρούνταν εξαιρετικό, αποτελεί πλέον τον κανόνα» εξήγησε.

Η Ελλάδα, ξεκαθάρισε ο κ. Δένδιας, «μια μια μεσαίου μεγέθους χώρα της Ευρώπης, δεν παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις από μια άνετη απόσταση».

«Ευρισκόμενοι στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, στο σημείο συνάντησης της Ανατολικής Μεσογείου, του Αιγαίου και των Βαλκανίων, και λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής, δραστηριοποιούμαστε σε ένα περιβάλλον ασφάλειας που, από κάθε άποψη, συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο απαιτητικών στον κόσμο. Και, δυστυχώς, δεν έχουμε την πολυτέλεια της στρατηγικής αμφισημίας. Οι απειλές που αντιμετωπίζουμε είναι συνεχείς και εξελισσόμενες. Ο αναθεωρητισμός, η εκμετάλλευση της μετανάστευσης και η διαρκής αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν αποτελούν για εμάς θεωρητικά ζητήματα που συζητούνται σε φόρουμ. Είναι καθημερινές πραγματικότητες» διευκρίνισε.

Αυτή η εμπειρία, είπε, «είναι που ώθησε την Ελλάδα να επενδύει σταθερά στον τομέα της άμυνας».

«Σήμερα», πρόσθεσε, «η Ελλάδα διαθέτει πάνω από το 3% του ΑΕΠ της για την εθνική άμυνα, το υψηλότερο ποσοστό, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ένα από τα υψηλότερα στο ΝΑΤΟ. Και αυτή δεν είναι μια πολιτική επιλογής. Είναι αποτέλεσμα αναγκαιότητας. Η σημερινή συζήτηση επικεντρώνεται στην άμυνα και την τεχνολογία».

Για την άμυνα και τη τεχνολογία, ανέλυσε ότι αυτά τα δύο «δεν μπορούν πλέον να διαχωριστούν».

«Το πεδίο μάχης του 21ου αιώνα δεν καθορίζεται από τη μάζα. Καθορίζεται από την ταχύτητα λήψης αποφάσεων, τον αριθμό των αισθητήρων, την ανθεκτικότητα των δικτύων και την ικανότητα ενσωμάτωσης της τεχνητής νοημοσύνης στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, τη διοίκηση και τον έλεγχο (commandand control), καθώς και στην εκτέλεση. Και εμείς, η Ελλάδα, έχουμε εξαγάγει τα κατάλληλα συμπεράσματα» υπογράμμισε.

Μέσω της μεταρρύθμισης της εθνικής μας άμυνας, της «Ατζέντας 2030», ανέφερε, «δεν προχωράμε απλώς στην απόκτηση νέων πλατφορμών».

«Αναδιαμορφώνουμε ολιστικά», συνέχισε, «τα θεμέλια της αμυντικής μας αρχιτεκτονικής».

Το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ) «συνενώνει τις Ένοπλες Δυνάμεις, τη βιομηχανία και τα ερευνητικά μας ιδρύματα σε ένα πλαίσιο που έχει σχεδιαστεί για να επιταχύνει την προσαρμογή και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα» είπε ο κ. Δένδιας.

«Περνάμε από την εξάρτηση στη συμμετοχή, από τις προμήθειες στην παραγωγή» εξήγησε και αναφέρθηκε στο νέο αντι-droneσύστημα «Κένταυρος», το οποίο όπως επισήμανε «σχεδιάστηκε, αναπτύχθηκε και δοκιμάστηκε στην Ελλάδα πριν αναπτυχθεί σε επιχειρησιακά απαιτητικά περιβάλλοντα στην Ερυθρά Θάλασσα, αποτελεί ένα παράδειγμα αυτής της μετάβασης, και δεν είναι το μοναδικό».

«Κανένα ευρωπαϊκό κράτος, όσο αφοσιωμένο κι αν είναι, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το πλήρες φάσμα των σύγχρονων απειλών μόνο με εθνικές δράσεις. Και αυτό με φέρνει στην ευρωπαϊκή διάσταση, η οποία σε αυτό το Φόρουμ είναι η πιο σημαντική. Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια αποφασιστική στιγμή όσον αφορά τη σχέση της με την ίδια της την ασφάλεια. Μια αξιόπιστη ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική απαιτεί ταυτόχρονα τέσσερα στοιχεία: πολιτική βούληση, βιομηχανική ικανότητα, καινοτομία και τεχνολογική κυριαρχία. Το καθένα ενισχύει και συμπληρώνει το άλλο. Τίποτα από αυτά δεν αρκεί από μόνο του» ξεκαθάρισε.

«Το Ευρωπαϊκό Ταμείο ‘Αμυνας, η PESCO, το πρόγραμμα Diana και το Ταμείο Καινοτομίας του ΝΑΤΟ αποτελούν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση» ανέφερε.

Για το SAFE, το χαρακτήρισε «ένα χρηματοδοτικό μέσο που δημιουργήθηκε από την επείγουσα ανάγκη ενίσχυσης της αμυντικής βιομηχανικής βάσης της Ευρώπης».

«Η επείγουσα ανάγκη υπό την οποία σχεδιάστηκε το SAFE οδήγησε σε λάθη. Αφήνει ανεπίλυτα διαρθρωτικά ζητήματα σχετικά με την Ευρώπη, τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν τώρα. Οποιαδήποτε ερμηνεία του κανονισμού SAFE από ορισμένους εταίρους, η οποία συνεπάγεται την άνευ όρων χρηματοδότηση των αμυντικών βιομηχανιών εκείνων που μας απειλούν και προβάλλουν αξιώσεις εναντίον μας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κάποια μορφή ουδετερότητας. Μια συνεκτική Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και ‘Αμυνας προϋποθέτει μια κοινή αντίληψη των απειλών και τον πλήρη σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων όλων των κρατών-μελών. Και υπάρχει η αντίληψη ότι το SAFE αποτελείται από δωρεάν χρήματα, ότι κατά κάποιον τρόπο χάνουμε αν δεν τα ξοδέψουμε. Το SAFE, δεν είναι δωρεάν» τόνισε ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας.

Και εξήγησε: «Πρόκειται για δάνειο. Και ενώ οι στόχοι του εργαλείου Safe εντάσσονται στην ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής και τεχνολογικής βιομηχανικής βάσης, προκύπτουν σοβαρές πρακτικές ανησυχίες όσον αφορά το πλαίσιο εφαρμογής του. Ειδικότερα, η ανάγκη για ταχεία επέκταση των εθνικών αμυντικών βιομηχανικών δυνατοτήτων εντός ενός εξαιρετικά περιορισμένου χρονικού πλαισίου εφαρμογής δημιουργεί σημαντικά προβλήματα για τα κράτη-μέλη».

Εξέφρασε την άποψη ότι το «SAFE 2» πρέπει «να εξελιχθεί, καθώς έχουμε ήδη αρχίσει να συζητάμε».

«Πρέπει να εξελιχθούμε σε ένα πειθαρχημένο εργαλείο ενίσχυσης της κυριαρχικής ανθεκτικότητας. Επίσης, πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις δημοσιονομικές επιπτώσεις. Πρέπει να διορθωθούν οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που αποθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην άμυνα και την καθημερινή βιομηχανική απορρόφηση, καθώς και να αποφευχθούν οι γραφειοκρατικές καθυστερήσεις», διευκρίνισε.

«Οι αμυντικές δαπάνες, όταν σχεδιάζονται στρατηγικά, δεν αποτελούν εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη. Αποτελούν πηγή εξειδικευμένης απασχόλησης, βιομηχανικής τεχνογνωσίας και τεχνολογικής ικανότητας που ενισχύουν τόσο την ευημερία όσο και την ασφάλεια. Και έχουμε δει οικονομίες μεσαίου μεγέθους χωρών σε αυτόν τον κόσμο που έχουν αξιοποιήσει τις αμυντικές δαπάνες με αυτόν τον τρόπο. Οι χώρες που θα διαμορφώσουν τα επόμενα 30 χρόνια της ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν θα είναι απαραίτητα εκείνες που δαπανούν επίσης τα περισσότερα σε απόλυτους όρους. Το να ρίχνουμε χρήματα στο πρόβλημα, δεν είναι σχεδόν ποτέ η λύση» ανέλυσε ο κ. Δένδιας.

«Αυτοί που θα κερδίσουν θα είναι εκείνοι που θα δαπανήσουν έξυπνα, επενδύοντας σε τεχνολογίες διπλής χρήσης, στην έρευνα και την καινοτομία, καθώς και στο ανθρώπινο δυναμικό που είναι ικανό να μετατρέψει την επιστημονική αριστεία σε επιχειρησιακό πλεονέκτημα» υπογράμμισε.

Για την Ελλάδα, ο κ. Δένδιας είπε ότι «χάρη στη μεταρρύθμιση των Ενόπλων Δυνάμεών της, διαθέτει σήμερα μία από τις μεγαλύτερες και πιο ικανές αεροπορικές δυνάμεις στην Ευρώπη».

«Διαθέτουμε», πρόσθεσε, «περισσότερα από 200 μαχητικά αεροσκάφη, καθώς και περισσότερα άρματα μάχης από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Δανία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο – θα μπορούσα να προσθέσω και την Ισπανία και την Πορτογαλία – μαζί. Και διαθέτουμε περισσότερες φρεγάτες από ό,τι οι περισσότεροι Ευρωπαίοι γείτονές μας. Και αυτή τη στιγμή, ο στρατός μας μπορεί να παράγει χιλιάδες First-Person Drones κάθε χρόνο, και ελπίζω ότι σε δύο χρόνια θα μπορώ να σας απευθυνθώ και να σας πω ότι μπορούμε να παράγουμε εκατομμύρια κάθε χρόνο. Και αυτό εντάσσεται στο δημοσιονομικό μας πλαίσιο».

«Επειδή αντιλαμβανόμαστε τις ανάγκες μας ως προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν, και όχι απλώς ως κατάλογο απαιτήσεων για αγορές. Και αυτό το επιτυγχάνουμε μέσω αυτού που έχουμε δημιουργήσει, μιας κατεύθυνσης καινοτομίας, η οποία δεν ζητά από το στρατό να καταρτίσει κατάλογο απαιτήσεων, αλλά να καταρτίσει κατάλογο προβλημάτων που χρήζουν λύσης» είπε αναφερόμενος στο Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ).

«Εάν Ευρώπη επιθυμεί να μιλά τη γλώσσα της στρατηγικής αξιοπιστίας, τότε οι υποχρεώσεις συλλογικής άμυνας πρέπει να κατοχυρωθούν σε μηχανισμούς με προκαθορισμένα επιχειρησιακά όρια και συγκεκριμένες δεσμεύσεις» ξεκαθάρισε.

«Το άρθρο 42, παράγραφος 7 δεν μπορεί να παραμείνει αδρανές ή να ενεργοποιείται επιλεκτικά ανάλογα με τις περιστάσεις. Η αμφισημία μπορεί να εξυπηρετεί τη διπλωματία σε περιόδους ισορροπίας, αλλά σε στιγμές κρίσης, δυστυχώς, η αμφισημία γίνεται μερικές φορές παράλυση. Μια συμμαχία και μια ένωση που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τη συμβολή των εκτεθειμένων μελών τους είναι ισχυρότερες, πιο νόμιμες και, τελικά, πιο ανθεκτικές από εκείνες που επιφυλάσσουν την αλληλεγγύη μόνο σε στιγμές οξείας κρίσης. Και η ώρα για διαρθρωτική αλληλεγγύη είναι τώρα» ανέφερε.

«Οι κοινωνίες πρέπει να υπερασπίζονται τον εαυτό τους. Η παράδοση, η ελευθερία και η ταυτότητα δεν επιβιώνουν από μόνες τους. Επιβιώνουν όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να αγωνιστούν για αυτές» τόνισε ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας.

«Τα επόμενα 30 χρόνια δεν θα καθοριστούν από αυτό που επιθυμούμε, αλλά από αυτό που είμαστε έτοιμοι και προετοιμασμένοι να οικοδομήσουμε. Και η Ευρώπη δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την αρχιτεκτονική της ασφάλειάς της απλώς ως μια αγορά. Η στρατηγική σκοπιμότητα και τα οικονομικά οφέλη δεν πρέπει να υπερισχύουν των αρχών μας. Όταν η άμυνα διαμορφώνεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι κοινές δημοκρατικές αξίες και τα θεμέλιά μας, τα συστήματα που δημιουργούνται για να μας προστατεύουν μπορεί, με την πάροδο του χρόνου, να αρχίσουν να θέτουν υπό πίεση τις ίδιες τις αξίες που προορίζονταν να υπερασπιστούν. Η εποχή μας και οι επόμενες δεκαετίες απαιτούν μια Ευρώπη κυρίαρχη, ικανή, ενωμένη, αλλά πάνω απ’ όλα έτοιμη να υπερασπιστεί τον εαυτό της, τις αξίες της και τους λαούς της» κατέληξε ο κ. Δένδιας

Ακολούθησε συνάντηση του κ. Δένδιας με την υπουργό ‘Αμυνας της Αυστρίας Klaudia Tanner. Στη συνάντηση, οι δύο υπουργοί αντάλλαξαν απόψεις για το μέλλον της συνεργασίας Ελλάδας και Αυστρίας στην αμυντική καινοτομία και συμφώνησαν το επόμενο διάστημα να εντατικοποιηθούν οι επαφές τους στο πλαίσιο της ενίσχυσης της καινοτομίας και της αμυντικής βιομηχανίας.

Συζήτησαν, επίσης, και για περιφερειακές και διεθνείς εξελίξεις στον τομέα της ασφάλειας.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail