Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν φαίνεται να έχουν πλέον περιορισμένα περιθώρια επιλογών πέρα από την επίτευξη μιας νέας συμφωνίας, καθώς η οικονομική πίεση, οι στρατιωτικές απώλειες και οι εσωτερικές πολιτικές ανάγκες ωθούν και τις δύο πλευρές προς τον συμβιβασμό. Η δυναμική αυτή εντείνεται όσο πλησιάζει η λήξη της κατάπαυσης του πυρός, σύμφωνα με ανάλυση του CNN.
Ο πρώτος γύρος συνομιλιών στο Ισλαμαμπάντ, παρά τη μακρά διάρκειά του, φαίνεται να ενίσχυσε τη διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ. Ο ναυτικός αποκλεισμός ιρανικών λιμανιών που ακολούθησε σχεδόν άμεσα δείχνει ότι ο Λευκός Οίκος είχε ήδη εξετάσει την κλιμάκωση της πίεσης προς την Τεχεράνη.
Αν και οι οικονομικές συνέπειες του αποκλεισμού ενδέχεται να χρειαστούν χρόνο για να φανούν πλήρως, ακόμη και μερική αποτελεσματικότητα εκτιμάται ότι θα επιβαρύνει την ιρανική οικονομία και θα επηρεάσει συμμάχους της, όπως την Κίνα, που εξαρτάται από τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να επιδιώκει συμφωνία, καθώς η αύξηση του πληθωρισμού και των τιμών των καυσίμων προκαλεί πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας.
Η δύσκολη θέση της Τεχεράνης μετά τους βομβαρδισμούς
Παρά την εικόνα ανθεκτικότητας που προβάλλει, το Ιράν αντιμετωπίζει σοβαρές στρατιωτικές και πολιτικές απώλειες έπειτα από εβδομάδες βομβαρδισμών που φέρονται να έπληξαν περισσότερους από 13.000 στόχους.
Η ηγεσία των Φρουρών της Επανάστασης έχει υποστεί σημαντικά πλήγματα, ενώ ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ, που θεωρείται πιθανός διάδοχος του ανώτατου ηγέτη, δεν έχει εμφανιστεί δημόσια, γεγονός που εντείνει την αβεβαιότητα γύρω από την κατάσταση της ηγεσίας.
Παρά την έντονη ρητορική, η ισχύς της Τεχεράνης φαίνεται να στηρίζεται περισσότερο στην αντοχή παρά στη στρατιωτική υπεροχή.
Περιφερειακές πιέσεις και γεωπολιτική απομόνωση
Το Ιράν βρίσκεται σε δυσχερή θέση και σε περιφερειακό επίπεδο, καθώς έχει εμπλακεί στρατιωτικά με αρκετές χώρες του Κόλπου. Το Ιράκ εμφανίζεται διχασμένο, ενώ το Πακιστάν, που λειτουργεί ως διαμεσολαβητής, διατηρεί αμυντική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία, περιορίζοντας τα περιθώρια ελιγμών της Τεχεράνης.
Η περιφερειακή επιρροή του Ιράν φαίνεται να βασίζεται κυρίως στην ικανότητά του να επιβιώνει και να διατηρεί παρουσία, παρά σε στρατιωτική υπεροχή.
Τα Στενά του Ορμούζ και το πυρηνικό πρόγραμμα στο επίκεντρο
Ένα από τα βασικά σημεία σύγκλισης αφορά την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, καθώς ο αμερικανικός αποκλεισμός λιμανιών έχει περιορίσει τη δυνατότητα πίεσης της Τεχεράνης στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Οι δύο πλευρές φέρονται να συζητούν και την προσωρινή αναστολή του εμπλουτισμού ουρανίου. Το Ιράν προτείνει περίοδο πέντε ετών, ενώ οι ΗΠΑ επιδιώκουν συμφωνία διάρκειας 20 ετών.
Το θέμα αφορά και τα περίπου 400 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου κατά 60%, τα οποία, σύμφωνα με εκτιμήσεις, δεν είναι άμεσα αξιοποιήσιμα για την κατασκευή πυρηνικού όπλου υπό το ισχύον καθεστώς στρατιωτικής επιτήρησης από ΗΠΑ και Ισραήλ.
Πιθανές λύσεις περιλαμβάνουν την απομάκρυνση του υλικού μέσω της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA), τη μεταφορά του στη Ρωσία ή τη μείωση του βαθμού εμπλουτισμού, στο πλαίσιο μηχανισμού επαλήθευσης που προωθεί η Ουάσιγκτον.
Ο ρόλος του Ισραήλ και η παράμετρος της Χεζμπολάχ
Αβεβαιότητα προκαλεί η στάση του Ισραήλ, καθώς η Τεχεράνη επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι σύμμαχοί της, όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, δεν θα δεχθούν νέες επιθέσεις.
Η Χεζμπολάχ έχει αποδείξει ότι διατηρεί επιχειρησιακές δυνατότητες, ενώ η κυβέρνηση του Λιβάνου βρίσκεται σε απευθείας συνομιλίες με το Ισραήλ για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Ωστόσο, η Βηρυτός δεν έχει καταφέρει να προχωρήσει στον αφοπλισμό της οργάνωσης, γεγονός που ενδέχεται να διατηρήσει εστίες έντασης στην περιοχή.
Πολιτικές ισορροπίες και προοπτική συμφωνίας
Τα εμπόδια για μια νέα συμφωνία φαίνεται να σχετίζονται περισσότερο με ζητήματα πολιτικής ισορροπίας και διατήρησης κύρους, παρά με ουσιαστικές διαφορές. Καμία πλευρά δεν επιθυμεί να εμφανιστεί ότι υποχωρεί πλήρως, καθώς τόσο η Τεχεράνη όσο και η Ουάσιγκτον θέλουν να παρουσιάσουν το αποτέλεσμα ως πολιτική επιτυχία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια συμφωνία που θα μπορεί να συγκριθεί ευνοϊκά με εκείνη του 2015, επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, την οποία είχε ακυρώσει κατά την πρώτη του θητεία.
Παραμένει, ωστόσο, ανοιχτό το ερώτημα για το πώς θα διαμορφωθεί το Ιράν μετά τον πόλεμο, καθώς η καταστροφή υποδομών και η ενίσχυση των σκληροπυρηνικών δυνάμεων ενδέχεται να επηρεάσουν τη μελλοντική στρατηγική της χώρας.
Αν και μια νέα συμφωνία θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα του Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, οι πρόσφατες εξελίξεις φαίνεται να ενισχύουν την πεποίθηση των σκληροπυρηνικών κύκλων ότι η χώρα χρειάζεται ισχυρότερη αποτρεπτική ισχύ.