Συγκλονίζει η μαρτυρία του γιου του αστυνομικού Θωμά Πουλιόπουλου, ο οποίος έμαθε με καθυστέρηση ενός χρόνου ότι πάσχει από καρκίνο και έχασε τη ζωή του πριν από λίγες ημέρες.
Όπως είπε μιλώντας στην εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», οι παραλείψεις και οι καθυστερήσεις των γιατρών στέρησαν από τον πατέρα του την ευκαιρία να δώσει τη μάχη του ενάντια στην ασθένεια. Ο άτυχος αστυνομικός είχε υποβληθεί σε επέμβαση ρουτίνας για αφαίρεση σκωληκοειδίτιδας, κατά την οποία ελήφθη δείγμα για βιοψία. Ένα χρόνο αργότερα, δέχθηκε τηλεφώνημα που του άλλαξε τη ζωή, καθώς ενημερώθηκε ότι πάσχει από καρκίνο.
Από εκείνη τη στιγμή, η μεγαλύτερη αγωνία του ήταν τι θα απογίνει η οικογένειά του. Από πολύ νεαρή ηλικία είχε αναλάβει τον ρόλο του φροντιστή για τη σύζυγό του, η οποία πάσχει από πολλαπλή σκλήρυνση κατά πλάκας, είναι κατάκοιτη και αδυνατεί να επικοινωνεί με τους γύρω της. «Ήταν πατέρας, σύζυγος, φροντιστής για τη μητέρα μου, μάνα και πατέρας για τους γιους του. Ήταν ένας καλός αστυνομικός, γιατί ήταν έντιμος και με αρχές. Ήμασταν τυχεροί που τον ζήσαμε», είπε ο γιος του, Νίκος.
Ο Νίκος Πουλιόπουλος περιγράφει πως δεν νιώθει οργή για τους γιατρούς, αλλά φόβο ότι κάτι παρόμοιο μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε. «Δεν ξέρω αν νιώθω θυμό. Σίγουρα νιώθω φόβο. Αυτό που έπαθε ο πατέρας μου μπορεί να συμβεί σε μένα, σε εσάς, σε οποιοδήποτε παιδί. Δεν λέμε ότι θα νικούσε τον καρκίνο, αλλά τουλάχιστον να είχε την ευκαιρία να παλέψει στα ίσα», ανέφερε.
Η οικογένεια, μετά τη διάγνωση, βρέθηκε αντιμέτωπη όχι μόνο με την ασθένεια, αλλά και με τεράστια οικονομικά βάρη. «Το σπίτι ήταν γεμάτο φάρμακα. Χημειοθεραπείες με τεράστιο κόστος. Φτάσαμε να δανειζόμαστε για να μπορέσει να χειρουργηθεί και να έχει αξιοπρεπή περίθαλψη», είπε ο Νίκος, καταγγέλλοντας ότι κρίσιμες αποφάσεις δεν ελήφθησαν έγκαιρα, ακόμη και για ποσό της τάξης των 30.000 ευρώ που, όπως υποστηρίζει, θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά.
Συγκλονιστική είναι η περιγραφή της στιγμής που έμαθε από τον πατέρα του τη διάγνωση. «Γύρισα από τον στρατό και τον είδα σε άθλια κατάσταση. Τον ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε “έχω καρκίνο”. Ήταν σοκ, μια βόμβα. Δεν ξέραμε πώς να το διαχειριστούμε, με τη μητέρα μου ήδη σε δύσκολη κατάσταση».
«Τον καταδίκασαν σε βασανιστική ζωή»
Ο αστυνομικός είχε δηλώσει σε τηλεοπτική του συνέντευξη ότι «τον εκτέλεσαν». Ο γιος του ωστόσο, πιστεύει ότι «τον καταδίκασαν σε μια ζωή βασανιστική». «Η εκτέλεση είναι πέντε λεπτά. Αυτό που έζησε ήταν μαρτύριο. Για μήνες υπέφερε. Έφτασε να ζυγίζει 38,5 κιλά. Έκανε εμετό συνεχώς, κάθε λίγα λεπτά. Μπορεί να έκανε και 400 εμετούς την ημέρα. Τον έβλεπα να λιώνει, είχε καταρρεύσει ψυχολογικά. Το σώμα του κατέρρεε. Δεν εύχομαι σε κανέναν ούτε το ένα εκατοστό από αυτό που πέρασε. Η πιο δύσκολη στιγμή για μένα ήταν όταν παρακάλεσα τον Θεό να τον πάρει για να ηρεμήσει η ψυχή του», είπε.
Ο Νίκος εκτιμά πως αν ο πατέρας του είχε ενημερωθεί εγκαίρως για τη διάγνωση, θα ήταν σήμερα ζωντανός. «Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα είχε φύγει αυτή τη στιγμή. Δεν θα ζούσε έτσι. Του στέρησαν την ποιότητα ζωής και την ευκαιρία να παλέψει όπως του άξιζε. Ήταν μαχητής», τόνισε.
Δικαστική διεκδίκηση και αναζήτηση δικαιοσύνης
Η οικογένεια του αστυνομικού συνεχίζει τον αγώνα για τη δικαίωσή του ακόμη και μετά τον θάνατό του. Ο ίδιος είχε ζητήσει από τον δικηγόρο του, Νίκο Διαλυνά, να προχωρήσει σε αγωγή κατά του Δημοσίου, ώστε σε περίπτωση δικαίωσης, να διατεθεί χρηματικό ποσό στους γιους του και στη σύζυγό του, που βρίσκεται σε τραγική κατάσταση.
«Θέλω να πιστεύω, ότι θα υπάρξει δικαιοσύνη. Είναι άδικο να συμβαίνουν τέτοια πράγματα. Δεν είναι όλοι σε θέση να πάνε σε ιδιωτικά νοσοκομεία. Ο καθένας πρέπει να αναλαμβάνει την ευθύνη που του αναλογεί», δήλωσε ο γιος του αστυνομικού, στέλνοντας μήνυμα σε όσους ευθύνονται για τον θάνατο του πατέρα του. «Μακάρι να μπορούσαν να γίνουν για μία μέρα φροντιστές του πατέρα μου. Να δουν τι πέρασε. Και μετά να μου πουν, αν θα ένιωθαν το ίδιο. Θέλω να υπάρχει δικαιοσύνη, εντιμότητα και ισονομία», πρόσθεσε.
«Πολύς πόνος» και ευθύνες του Δημοσίου
Ο δικηγόρος της οικογένειας, Νίκος Διαλυνάς, εμφανώς συγκινημένος, έκανε λόγο για «πολύ πόνο» και για μια «πραγματική ελληνική οικογένεια που δοκιμάζεται». Παράλληλα, κατήγγειλε τη στάση του Δημοσίου, σημειώνοντας πως επιχειρήθηκε να αποδοθούν ευθύνες ακόμη και στον ίδιο τον ασθενή, επειδή –όπως υποστηρίζει η πλευρά του Δημοσίου– δεν έκανε τακτικά τσεκ απ και δεν αναζήτησε τη βιοψία.
Η υπόθεση προκαλεί έντονο προβληματισμό και ανοίγει ξανά τη συζήτηση για τις ελλείψεις και τις καθυστερήσεις στο σύστημα υγείας, αλλά και για την ανάγκη ανθρώπινης αντιμετώπισης σε κρίσιμες στιγμές ζωής και θανάτου.