«Ατυχής και ζαλισμένος, έπεσα σε μια λακκούβα, τι λακκούβα – λακκουβάρα, όλους τους χωρεί», τραγουδούν οι Άγαμοι Θύται από το 1998. Προειδοποιώντας, παράλληλα, ότι πρόκειται για «λακκούβα ζοφερή», από την οποία «όποιος πέσει πώς θα βγει;».
Όταν έγραφαν τους στίχους του τραγουδιού τους, προφανώς δεν φαντάζονταν πόσες λακκούβες θα είχαν ανοίξει από τότε μέχρι σήμερα. Ούτε, βεβαίως, ότι θα υπήρχε μία που είναι τόσο μεγάλη, ώστε να απειλεί να καταπιεί και τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους.
Και μαζί με αυτούς, πολλούς ακόμη που έχουν εμπλακεί ή πρόκειται να εμπλακούν σε αυτό τον πόλεμο. Έναν πόλεμο που δεν έχει ορατό τέλος, αλλά προκαλεί ήδη μεγάλο πόνο και κόστος για όλους, στη γειτονιά και πιο μακριά – από τον Ειρηνικό μέχρι τον Ατλαντικό και από τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας μέχρι τη Γροιλανδία και την Ανταρκτική.
Τούτου δοθέντος, οι Ευρωπαίοι και οι εταίροι τους στο ΝΑΤΟ, Βρετανοί και Καναδοί, δείχνουν αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους προκειμένου να μην πέσουν στη «λακκούβα» που έχουν ανοίξει ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπένιαμιν Νετανιάχου, κηρύττοντας τον πόλεμο στο Ιράν. Γι’ αυτό και αρνήθηκαν στον πρώτο να «βάλουν πλάτη» για να ξεμπλοκάρουν τα Στενά του Ορμούζ.
Άμα πέσουμε, πώς θα βγούμε;
Δεν το κάνουν επειδή ξαφνικά μεταλλάχθηκαν από γεράκια του πολέμου σε περιστερές της ειρήνης. Ούτε διότι αναθεώρησαν τις δηλώσεις του καγκελάριου της Γερμανίας, της (επίσης Γερμανίδας) προέδρου της Κομισιόν και πολλών ακόμη ότι το διεθνές δίκαιο έχει πεθάνει. Ούτε επειδή δήθεν ενώθηκαν και ξεπέρασαν τις διαφορές τους απέναντι στην απειλή του Τραμπ.
Το κάνουν, κυρίως, για δύο άλλους λόγους. Πρώτον, από ένστικτο επιβίωσης και αυτοσυντήρησης. Συνειδητοποιούν, πολύ απλά, τους τεράστιους κινδύνους που ενέχει η άμεση εμπλοκή σε αυτό τον πόλεμο, ο οποίος έχει μεν αρχή αλλά όχι… μέση και τέλος, ενώ κάθε άλλο παρά δεδομένο είναι ότι εξυπηρετεί τα στρατηγικά τους συμφέροντα.
Γνωρίζουν δε ότι δεν πρόκειται να φύγουν από εκεί ούτε εύκολα ούτε χωρίς γρατζουνιές ή και σοβαρές πληγές. Πολύ περισσότερο καθώς πρόκειται για μια σύγκρουση υψηλών απαιτήσεων, στις οποίες η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε επαρκή μέσα ούτε την αναγκαία ενιαία γραμμή για να ανταποκριθεί.
Ό,τι σπέρνει, ας θερίσει
Δεύτερον, επειδή έχουν αρχίσει να πιστεύουν πως μια αποτυχία του Τραμπ είναι πλέον πιο πιθανή και θα έχει ως συνέπεια να «κοντύνει» σημαντικά και να του περιορίσει τον «τσαμπουκά». Κάτι που, με τη σειρά του, θα τους δώσει τη δυνατότητα να τον αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά στα υπόλοιπα ανοιχτά μέτωπα – από την Γροιλανδία μέχρι τους δασμούς.
Θεωρούν, με άλλα λόγια, ότι η πορεία του πολέμου δείχνει πως οι ΗΠΑ πολύ δύσκολα θα πετύχουν τους στόχους τους και, αργά ή γρήγορα, θα αναγκαστούν να επιχειρήσουν να κλείσουν τον κύκλο που άνοιξαν. Ειδικά καθώς δεν θα βρίσκουν άλλους να «βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά», ενώ θα πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου και ολοένα περισσότεροι Αμερικανοί δηλώνουν αντίθετοι σε αυτόν.
Αυτό ακριβώς είναι που τους έκανε να αναθεωρήσουν την αρχική τους στάση, η οποία έγερνε σαφώς την πλάστιγγα υπέρ της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης και της ανατροπής του καθεστώτος της Τεχεράνης.
Το ίδιο είναι που ανάγκασε τον Φρίντριχ Μέρτς και την Κάγια Κάλας να δηλώσουν πως «αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος» και να επιστρέψουν σε θέσεις υπεράσπισης του διεθνούς δικαίου.
Ο «δικός τους πόλεμος»
Μεταξύ μας, άλλωστε, οι Ευρωπαίοι έχουν προ πολλού επιλέξει ποιος είναι ο «δικός τους πόλεμος». Είναι αυτός που συνεχίζεται στην Ουκρανία και έχει εισέλθει στον πέμπτο του χρόνο. Εκεί μοιάζουν αποφασισμένοι να τα δώσουν όλα – έστω κι αν οι ρωγμές στο εσωτερικό τους πληθαίνουν. Πότε με τον Μακρόν που επιδιώκει συνάντηση με τον Πούτιν και πότε με τον Βέλγο πρωθυπουργό που ζητά τερματισμό του εμπάργκο σε βάρος της Ρωσίας και εξομάλυνση των σχέσεων μαζί της – όπως και ο Ορμπάν και οι ηγέτες Τσεχίας και Σλοβακίας.
Τελικά, φαίνεται πως όλοι θέλουν από έναν πόλεμο για να αισθάνονται χρήσιμοι και ζωντανοί – έστω κι αν σε κάθε πόλεμο πεθαίνουν χιλιάδες (άλλοι).