Νεολιθική διατροφή και χρήση άγριων φυτών αποτέλεσαν βασικό στοιχείο των στρατηγικών επιβίωσης των προϊστορικών κοινωνιών, ωστόσο τα άμεσα τεκμήρια για το είδος των φυτών που συλλέγονταν και τον τρόπο χρήσης τους παραμένουν συχνά ασαφή. Μία από τις πιο διαδεδομένες μεθόδους ανάλυσης της αρχαίας διατροφής βασίζεται στον εντοπισμό λιπαρών υπολειμμάτων σε κεραμικά αγγεία. Η τεχνική αυτή, αν και χρήσιμη, περιορίζεται κυρίως στην ανίχνευση ζωικών καταλοίπων.

Η νέα έρευνα του Πανεπιστημίου του Γιορκ

Στη νέα μελέτη, η ερευνήτρια του Πανεπιστημίου του Γιορκ Λάρα Γκονθάλεθ Καρετέρο και οι συνεργάτες της συνδύασαν μικροσκοπική εξέταση και χημική ανάλυση για να εντοπίσουν κατάλοιπα φυτών που καταναλώνονταν από τους αρχαίους Ευρωπαίους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες.

Οι ερευνητές εξέτασαν οργανικά υπολείμματα από 58 κεραμικά σκεύη, τα οποία ανακαλύφθηκαν σε 13 αρχαιολογικούς χώρους της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης και χρονολογούμενα μεταξύ της 6ης και της 3ης χιλιετίας π.Χ.

Η μέθοδος αυτή αποκάλυψε δείγματα ιστών από ποικιλία φυτών, όπως χόρτα, μούρα, φύλλα και σπόρους. Σε πολλές περιπτώσεις, τα φυτικά κατάλοιπα βρέθηκαν μαζί με ζωικά, κυρίως ψάρια και άλλα θαλασσινά.

Τοπικές παραδόσεις και γαστρονομικές πρακτικές

Η σύνθεση των μιγμάτων και των συστατικών διέφερε ανά περιοχή, αντικατοπτρίζοντας τις τοπικές πηγές τροφής αλλά και τις ιδιαίτερες πολιτισμικές πρακτικές κάθε κοινότητας.

Τα ευρήματα αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο των φυτών και των υδάτινων οργανισμών στη διατροφή των πρώιμων Ευρωπαίων. Παράλληλα, επιβεβαιώνουν ότι οι κοινότητες αυτές χρησιμοποιούσαν συστηματικά την τεχνολογία κεραμικής για την προετοιμασία τροφής, αναπτύσσοντας πολύπλοκες γαστρονομικές παραδόσεις.

«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η επιλογή των φυτικών τροφών ήταν εξαιρετικά επιλεκτική, με τους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες να προτιμούν συγκεκριμένα είδη και μέρη φυτών, τα οποία συνδύαζαν με ορισμένα ζωικά συστατικά», σημειώνουν οι ερευνητές.

«Τα ευρήματα επίσης αποκαλύπτουν ότι η γνώση μας για την επεξεργασία φυτών σε κεραμικά σκεύη είναι πιθανό να υποεκπροσωπείται σημαντικά, όταν βασίζεται αποκλειστικά στην ανάλυση λιπιδικών υπολειμμάτων».

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLoS ONE.

Πηγή: sci.news