Μετά το διάγγελμα του Κυριάκου Μητσοτάκη για την συνταγματική αναθεώρηση, τα μάτια όλων στρέφονται στην αντίδραση της αντιπολίτευσης -και κυρίως στην μεριά του ΠΑΣΟΚ. Αυτό συμβαίνει πρώτον, λόγω της απεύθυνσης του Πρωθυπουργού στους ψηφοφόρους του προοδευτικού κέντρου και, δεύτερον, γιατί οι ψήφοι του ΠΑΣΟΚ είναι αρκετές, ώστε να επιτευχθεί η αυξημένη πλειοψηφία των 180 (που σύμφωνα με την διαδικασία απαιτείται είτε στην σημερινή Βουλή, που προτείνει τα άρθρα προς αναθεώρηση, είτε στην επόμενη, που καθορίζει το περιεχόμενό τους). Η αξιωματική αντιπολίτευση, ωστόσο, δεν μοιάζει διατεθειμένη να τις παραχωρήσει πριν από τις εθνικές εκλογές.
Στην Χαριλάου Τρικούπη γνωρίζουν πως το Μέγαρο Μαξίμου θα επιχειρήσει να τους εγκλωβίσει, ασκώντας πίεση για αλλαγές που έχουν απήχηση στον ενδιάμεσο, κεντρώο χώρο: στην περίπτωση του άρθρου 16 για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, στο άρθρο 86 για τις αλλαγές περί της ευθύνης υπουργών, στο άρθρο 90 για την αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης (που πρώτο το ΠΑΣΟΚ έθεσε σε δημόσια συζήτηση), αλλά και στο 103 για την μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς ο Μητσοτάκης ήδη στην συνέντευξή του την συνέδεσε με την αξιολόγηση (για την οποία ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει τοποθετηθεί θετικά, σε αντίθεση με την κατάργηση της μονιμότητας).
Τα πράσινα στελέχη γνωρίζουν επίσης πως είναι ακόμα πολύ νωρίς για αυτήν την συζήτηση -και δεν βιάζονται. Επισήμως, το ΠΑΣΟΚ έχει δεσμευθεί πως θα καταθέσει δική του, ολοκληρωμένη πρόταση για το Σύνταγμα και έχει προσκαλέσει και τις άλλες προοδευτικές δυνάμεις (κυρίως τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά) στο συνέδριό του, στα τέλη Μαρτίου, για να συζητήσουν τα θέματα αναθεώρησης σε τραπέζια διαλόγου -με βάση το χρονοδιάγραμμα που γνωρίζουμε ως τώρα, μέχρι εκείνη τη στιγμή πιθανόν να μην έχει συσταθεί καν η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή.
Στο ΠΑΣΟΚ, όπως έλεγαν και μετά το διάγγελμα Μητσοτάκη, διακρίνουν μεγάλο πρόβλημα στον τρόπο με τον οποίο άνοιξε η συζήτηση για την αναθεώρηση, αλλά και στα πρόσωπα που την άνοιξαν: «Στην παρούσα συγκυρία έχουμε καταστρατήγηση σειράς διατάξεών του, ιδίως σε ό,τι αφορά την παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης από την διερεύνηση ποινικών ευθυνών υπουργών, την ανεπάρκεια των ρυθμίσεων για τη διαφάνεια και το πολιτικό χρήμα, την αξιοπιστία των θεσμών και ιδίως την περιφρούρηση της διαδικασίας στο Κοινοβούλιο», τόνιζαν επιτελικά στελέχη.
Παράλληλα, επέμεναν πως η αυξημένη πλειοψηφία των 180 πρέπει να δοθεί στην επόμενη Βουλή, δηλαδή στην αναθεωρητική: «Οτιδήποτε άλλο θα συνιστούσε λευκή επιταγή στα χέρια του εκάστοτε Πρωθυπουργού και της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Εμείς πιστεύουμε ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να γίνει με τη μέγιστη δυνατή διαβούλευση και πλειοψηφία σε αυτή ακριβώς τη δεύτερη αναθεωρητική Βουλή. Μόνο έτσι θα ενισχύσουμε την αξιοπιστία των θεσμών».
Στην πράξη, αυτό σημαίνει πως το ΠΑΣΟΚ, το οποίο θα συμμετάσχει κανονικά στην συζήτηση για την αναθεώρηση, δεν προτίθεται να δώσει σε αυτήν την κοινοβουλευτική σύνοδο τις ψήφους του, διεκδικώντας εύρυτερες συναινέσεις (άρα και ευχέρεια στην διαμόρφωση του περιεχομένου) μετά τις εκλογές του 2027.
Αυτή η στάση είχε προαναγγελθεί ήδη από τον περασμένο Δεκέμβριο, σε σχετική εκδήλωση που είχε πραγματοποιήσει το Ινστιτούτο InSocial: «Από τη μια δηλώνει ότι θέλει να αλλάξει το άρθρο 86, και από την άλλη το επιστρατεύει για να εμποδίσει τη Δικαιοσύνη να διερευνήσει τα μέλη της κυβέρνησής του», σχολίαζε στον χαιρετισμό του ο Νίκος Ανδρουλάκης για τον Μητσοτάκη, υπενθυμίζοντας την διαδικασία των επιστολικών ψήφων με την οποία αποφεύχθηκε η σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για τους Μάκη Βορίδη και Λευτέρη Αυγενάκη και την ενδεχόμενη ανάμειξή τους στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Και μετά την συνέντευξη του Πρωθυπουργού, όπου το θέμα της αναθεώρησης περιγράφηκε ως προσπάθεια αποκατάστασης της αξιοπιστίας των θεσμών, από την Χαριλάου Τρικούπη σχολίαζαν πως ο Μητσοτάκης «επιχείρησε να πείσει τους κεντρώους ψηφοφόρους χωρίς όμως μεταρρυθμιστικό αφήγημα, χωρίς λύσεις για τα προβλήματα της καθημερινότητας και χωρίς ίχνος αυτοκριτικής για τη διαφθορά, τον πελατειασμό και την απαξίωση των θεσμών που χαρακτηρίζει τη διακυβέρνηση του».
Βενιζέλος: «O σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του»
Σε παρόμοιο μήκος κύματος είχε κινηθεί νωρίτερα και η η παρέμβαση του πρώην προέδρου του κόμματος, Ευάγγελου Βενιζέλου, με αιχμές για την διαχείριση του Συντάγματος από την κυβερνητική πλευρά: «O σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του, αυτή είναι η αρχή που πρέπει να διαπερνά όλες μας τις αντιδράσεις σε σχέση με την αναθεώρηση του Συντάγματος», ανέφερε ο Βενιζέλος, τονίζοντας παράλληλα πως το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, αλλά η έλλειψη αξιοπιστίας των θεσμών.
«Το βασικό ερώτημα για την επόμενη Βουλή είναι αν μπορεί να αναδείξει κυβέρνηση πριν επιληφθεί της αναθεώρησης. Πρέπει η χώρα να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη πριν το Σύνταγμα καταστεί αναθεωρήσιμο», επεσήμανε ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και συνταγματολόγος, υπενθυμίζοντας πως σημερινή Βουλή δεν μπορεί να πετύχει καν τις απαραίτητες συναινέσεις για να επιλέξει τα μέλη ανεξάρτητων αρχών, άρα «δύσκολα μπορεί να επιτύχει τις αναγκαίες αναθεωρητικές συναινέσεις ενώ διεξάγεται η αποκαλυπτική δίκη των υποκλοπών στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και ενώ λειτουργεί, όπως λειτουργεί, η εξεταστική επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ».
Πυρά από ΣΥΡΙΖΑ-Νέα Αριστερά
Παρόμοια επικριτική στάση κράτησαν τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η Νέα Αριστερά: «Οι ανακοινώσεις του κ. Μητσοτάκη για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, παραπέμπουν σε μια αναθεώρηση – “πλυντήριο” των κυβερνητικών σκοπιμοτήτων και επιδιώξεων σε κρίσιμους τομείς», ανέφερε στην ανακοίνωσή της η Κουμουνδούρου, περιγράφοντας διαρκείς κυβερνητικές παραβιάσεις του Συντάγματος.
«Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θεωρεί ότι κάθε συνταγματική παρέμβαση οφείλει να ενδυναμώνει περαιτέρω τις διατάξεις του Συντάγματος που ενισχύουν τα δικαιώματα του ελληνικού λαού για ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για όλους και για όλες και υπερασπίζονται τα δημόσια και κοινωνικά αγαθά», τόνιζαν τα στελέχη του κόμματος.
«Η προωθούμενη από τη ΝΔ αναθεώρηση – αντιμεταρρύθμιση αποτελεί έναν ακόμη λόγο να φράξουμε τον δρόμο σε μια τρίτη θητεία της ΝΔ, μέσω της οποίας θα ολοκληρωθεί η θεσμική καταστροφή», σχολίαζαν από τη Νέα Αριστερά.