Η Washington Post αποκαλύπτει το παρασκήνιο πίσω από την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να μην προχωρήσει σε νέα επίθεση κατά του Ιράν. Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρονται στις διπλωματικές συνομιλίες και τις στρατιωτικές προετοιμασίες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην στάση του προέδρου των ΗΠΑ.

«Η βοήθεια θα έρθει», είχε διαμηνύσει ο Ντόναλντ Τραμπ προς τους Ιρανούς διαδηλωτές, καλώντας τους να συνεχίσουν τον αγώνα τους παρά τις χιλιάδες απώλειες και τις μαζικές συλλήψεις. Αν και αρκετοί Αμερικανοί και διεθνείς αξιωματούχοι ερμήνευσαν τη δήλωση αυτή ως προάγγελο στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ, ο Τραμπ άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο στήριξης κυρίως μέσω έντονης πίεσης προς το Ιράν, με στόχο να τερματιστεί η αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων.

Καθοριστικό σημείο εξελίξεων αποτέλεσε το μήνυμα που έλαβε ο Ντόναλντ Τραμπ από τον Στιβ Ουίτκοφ, το οποίο αφορούσε την ακύρωση των εκτελέσεων περίπου 800 διαδηλωτών στο Ιράν.

Αμερικανοί αξιωματούχοι περιγράφουν τις κρίσιμες και δραματικές ώρες που ακολούθησαν, κατά τις οποίες διπλωματικές επαφές και στρατιωτικές διεργασίες διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τη στάση που τελικά υιοθέτησε ο Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ήρθε αντιμέτωπος με την απρόβλεπτη δυνατότητα αποσταθεροποίησης μιας ακόμη χώρας της Μέσης Ανατολής και τους περιορισμούς του τεράστιου αμερικανικού στρατιωτικού μηχανισμού. Μετά τις επιθέσεις πλοίων στην Καραϊβική, αξιωματούχοι του Πενταγώνου ανησυχούσαν ότι η αμερικανική πυρομαχική ισχύς στη Μέση Ανατολή ήταν σημαντικά μικρή για να αποκρουστεί μια πιθανή σημαντική ιρανική αντεπίθεση.

Από την άλλη το Ισραήλ συμμεριζόταν αυτή την ανησυχία, έχοντας εξαντλήσει μεγάλο αριθμό αντιπυραυλικών κατά των εισερχόμενων ιρανικών πυραύλων κατά τον 12ήμερο πόλεμο τον Ιούνιο.

Σημαντικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και η Αίγυπτος, επικοινώνησαν με τον Λευκό Οίκο για να ζητήσουν αυτοσυγκράτηση και διπλωματία. Οι χώρες αυτές αισθάνονται εδώ και καιρό απειλούμενες από τη Σιιτική πλειοψηφία του Ιράν, αλλά φοβούνται ακόμη περισσότερο την αστάθεια σε ολόκληρη την περιοχή τους.

Αρκετοί αξιωματούχοι είπαν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ συνειδητοποίησε ότι οι επιθέσεις στο Ιράν δεν θα ήταν καλά σχεδιασμένες και θα μπορούσαν να προκαλέσουν οικονομικές αναταράξεις, ευρύτερο πόλεμο και απειλές για τους 30.000 Αμερικανούς στρατιώτες στη Μέση Ανατολή. Καμία σχέση δηλαδή με την οργανωμένη επίθεση που εξαπέλυσε στη Βενεζουέλα για να συλλάβει τον Νικολάς Μαδούρο.

«Το καθεστώς φαίνεται να γλίτωσε στο παρά πέντε», είπε ανώτερος Ευρωπαίος αξιωματούχος που βρίσκεται σε άμεση επαφή με την ιρανική ηγεσία. Στην αντίπερα όχθη, Ιρανοί που τόλμησαν να κατέβουν στους δρόμους αισθάνονται προδομένοι και συντετριμμένοι από την υποχώρηση του Ντόναλντ Τραμπ.

Δεν αποκλείεται ο Ντόναλντ Τραμπ να κερδίζει απλά χρόνο ώστε το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln φτάσει στη Μέση Ανατολή.

«Κανείς δεν ξέρει τι θα κάνει ο πρόεδρος Τραμπ σε σχέση με το Ιράν εκτός από τον ίδιο τον Πρόεδρο», δήλωσε η εκπρόσωπος τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λίβιτ. «Ο πρόεδρος έχει διατηρήσει έξυπνα πολλές επιλογές στο τραπέζι και, όπως πάντα, θα λάβει αποφάσεις προς το συμφέρον της Αμερικής και του κόσμου».

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, φέρεται να τάχθηκε υπέρ της στρατιωτικής επίθεσης. Αντιθέτως, ο Στιβ Γουίτκοφ εμφανίζεται να συμμεριζόταν τις ανησυχίες των αραβικών συμμάχων της Ουάσινγκτον, επιδιώκοντας να αποτραπεί ένα νέο κύμα επιθέσεων.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ενημερώθηκε μέσω αναλυτικών παρουσιάσεων από το Πεντάγωνο και τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών σχετικά με τα πιθανά σενάρια δράσης. Παρ’ όλα αυτά, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αναμενόμενα οφέλη ήταν περιορισμένα, ενώ το κόστος και οι επιπτώσεις κρίνονταν δυσανάλογα υψηλές.

«Θα οδηγούσε μια επίθεση σε αλλαγή καθεστώτος; Η απάντηση είναι σαφώς “όχι“. Η αρνητική επίδραση οποιασδήποτε επίθεσης υπερείχε οποιουδήποτε οφέλους όσον αφορά την τιμωρία του καθεστώτος. Στο τέλος της ημέρας, πρόκειται για μια ανάλυση κόστους-οφέλους», είπε άτομο κοντά στην αμερικανική κυβέρνηση.

«Το μήνυμα προς την Ουάσινγκτον είναι να αποφύγει στρατιωτική δράση», είπε ο αξιωματούχος του Κόλπου. «Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ομάν και Αίγυπτος είχαν την ίδια άποψη: θα υπάρξουν συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή όσον αφορά την ασφάλεια και την οικονομία, που τελικά θα επηρεάσουν και τις ΗΠΑ».

Ο Σαουδάραβας πρίγκιπας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, η de facto ηγετική προσωπικότητα της χώρας, μίλησε τηλεφωνικά με τον Τραμπ μέσα στην εβδομάδα για να υπερασπιστεί την άποψή του, σύμφωνα με Σαουδάραβα διπλωμάτη και Αμερικανό αξιωματούχο. Ο Σαλμάν και οι ηγέτες άλλων συμμάχων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή ανησυχούσαν για το πώς θα αντιδράσει το Ιράν σε περίπτωση αμερικανικών επιθέσεων.

Το Ιράν έχει προειδοποιήσει τα κράτη του Κόλπου ότι σε περίπτωση νέας επίθεσης δεν θα επιδείξει την ίδια στάση που κράτησε κατά τη διάρκεια του πολέμου των 12 ημερών, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες έπληξαν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της Τεχεράνης. Παράλληλα, υπήρχαν έντονες ανησυχίες ότι η Χεζμπολάχ θα μπορούσε να προχωρήσει σε δική της στρατιωτική ενέργεια, γεγονός που θα αύξανε σημαντικά τον βαθμό επικινδυνότητας.

Την ίδια στιγμή, ο Νετανιάχου είχε ζητήσει από τον Ντόναλντ Τραμπ να αποφύγει μια επίθεση, καθώς το Ισραήλ δεν βρισκόταν σε θέση να προσφέρει την απαραίτητη υποστήριξη.

Σύμφωνα με Σαουδάραβα διπλωμάτη, δύο Ευρωπαίους αξιωματούχους και πηγή με γνώση των εξελίξεων, η έντονη διπλωματική πίεση ήταν εκείνη που οδήγησε τον Ντόναλντ Τραμπ να κάνει πίσω.