Κάθε χρόνο το ίδιο. Από τη Δευτέρα, άντε Τρίτη Δημοτικού μέχρι το πολύ τη Δευτέρα Γυμνασίου. Η πρώτη έκθεση της σχολικής χρονιάς είχε θέμα «Πώς πέρασα το καλοκαίρι» (μπαίνοντας στην εφηβεία, τα ψέματα που θα γράφονταν σε ένα τέτοιο θέμα θα ήταν καταφανή και νομίζω πως οι καθηγητές το απέφευγαν για να μη μας φέρουν σε δύσκολη θέση). Αλλά και πιο μικρά, πάλι ψέματα γράφαμε. Στερεότυπα παιδικά ψέματα που περιέγραφαν πανομοιότυπα καλοκαίρια, βγαλμένα λες από τα παραμύθια της θείας Λένας. Θυμάμαι ότι κάθε χρόνο με καβαλούσε ο διάβολος να κάνω την ανατροπή. Να γράψω φανταστικές και τερατώδεις ιστορίες. Οτι με απήγαγαν γιγάντια χταπόδια και με έκλεισαν σε θαλασσινές σπηλιές ή ότι οι γονείς μου με ξυλοκόπησαν μέχρι λιποθυμίας. Μου άρεσε να φαντάζομαι την έκφραση της δασκάλας όταν θα το διάβαζε. Δεν το τόλμησα ποτέ. Οχι για τις κυρώσεις του ψέματος, αλλά διότι θα έπρεπε να εξηγήσω γιατί το σκαρφίστηκα. Και πού να εξηγείς τώρα σε μεγάλους ότι ήθελες να κάνεις μια φάρσα στο καλοκαίρι!
Τέλος πάντων, αυτά τότε. Τώρα, άλλα. Ως μεγάλοι, έχω την εντύπωση ότι προτιμάμε τους αφορισμούς αντί για τους απολογισμούς. Και ως χρήστες των σόσιαλ μίντια, από την πρώτη μέρα των διακοπών, λες και μας καταλαμβάνει μια συλλογική υποχρέωση να κρεμάσουμε την αναγγελία του καλοκαιριού. Επιστρατεύοντας έναν ρομαντισμό που τον χειμώνα νομίζω ότι θα μας φαινόταν ασυγχώρητα γλυκερός. Οπως κάθε χρόνο λοιπόν, έτσι και φέτος αναγγείλαμε ότι καλοκαίρι είναι τα ζουμιά από το καρπούζι στο πάτωμα της κουζίνας, η άμμος στο πάτωμα του μπάνιου, η ξυπολησιά, το σημάδι από τον αχινό, το κουφωτό παράθυρο το μεσημέρι, η κουρτίνα που ανεμίζει, τα υπολείμματα από τη φέτα στη σάλτσα των λαδερών και άλλα τέτοια.
Εικόνες αποσπασματικές, κλεμμένες νομίζεις από το «Καλοκαίρι» του Σαββόπουλου ή «Τα ψάθινα καπέλα» της Λυμπεράκη και βουτηγμένες στη νοσταλγία των παιδικών και πρώτων νεανικών μας χρόνων, όχι έτσι όπως τα ζήσαμε, αλλά όπως τα φτιάξαμε μεγαλώνοντας. Δεν νομίζω δηλαδή ότι πολλά παιδάκια συγκινούνται από ένα κουφωτό παράθυρο, οι νέοι δεν κοιμούνται τα καλοκαιρινά μεσημέρια και δεν ξέρω κανέναν εικοσάρη που να μένει εκστατικός πάνω από τα αποφάγια του μπριάμ του. Κι εγώ άλλωστε στα είκοσί μου θα απέφευγα τις φίλες της μητέρας μου. Φέτος όμως όχι μόνο έπιασα ψιλή κουβέντα με τις δύο υπέργηρες κυρίες που στις καμπουριαστές φιγούρες τους προσπαθούσα να ανιχνεύσω τις εντυπωσιακές «φρεγάτες» που θυμόμουν από μικρή, αλλά και η κουβέντα τους - «Για δες πώς μεγάλωσε το Πεπάκι!» -, όταν την ακούω στην ηλικία μου, είναι η καλύτερη βουτιά στα βάθη των δικών μου δεκαετιών.
Αυτά όμως είναι, όπως είπαμε, σχήματα για να πάρουν μορφή και να κεφαλαιοποιηθούν οι αναμνήσεις. Τώρα, καθώς μας καταπίνει σιγά σιγά το μετακαλόκαιρο και το σώμα ξαναμπαίνει στο αστικό ρούχο του, νιώθουμε, έστω και ασυνείδητα, ότι η μοναδικότητα του καλοκαιριού έγκειται στην αυθαιρεσία του. Σε αυτή την αφοπλιστικά μεγαλειώδη απενοχοποίηση που μας επιτρέπει να συστηνόμαστε ημίγυμνοι στις παραλίες ενώ θα αισθανόμασταν πολύ μεγάλη αμηχανία αν τον χειμώνα βρισκόμασταν, για παράδειγμα, σε ένα εστιατόριο όπου όλοι οι πελάτες θα φορούσαν μόνο τα εσώρουχά τους.
Ετσι, για να το συνδέσουμε με την αρχή, αν έπρεπε σήμερα να γράψω έκθεση για το φετινό καλοκαίρι, με τον συμβολικό λόγο του ενηλίκου, θα περιέγραφα το νεαρό ζευγάρι που παρακολουθούσα προχθές. Ασχημα παιδιά και το αγόρι και το κορίτσι παρά τα είκοσί τους χρόνια. Με φτενά σώματα και μια επιδερμίδα που λες και περιμένει να γεράσει χωρίς να έχει ζήσει τη νιότη της. Να τα δεις όμως πώς αγκαλιάζονταν μέσα στη θάλασσα, πώς φιλιόντουσαν σαν να ρουφούσε το ένα το άλλο, πώς έπαιζαν με τα σώματά τους. Και αυτή η ερωτευμένη ασχήμια τους αποκτούσε μέσα στο καλοκαιρινό τοπίο μια ομορφιά ακαταμάχητη. Δεν νομίζω ότι θα ήταν το ίδιο αν τα έβλεπα να ερωτοτροπούν τον χειμώνα.
Αντε λοιπόν και καλό καλοκαίρι. Αυτό που θα έρθει σε εννέα μήνες εννοώ. Γιατί το καλοκαίρι πάντα έρχεται...