Σε καιρούς ευνοϊκότερους από τους σημερινούς ο λεγόμενος «πνευματικός κόσμος» δεν διέφερε και πολύ από τις υπόλοιπες χαρωπές κοινωνικές ομάδες που συμμετείχαν στην κραιπάλη της ανάπτυξης. Με παραγωγή έργου συνήθως αναντίστοιχη προς το εκτόπισμα της δημοσιότητας που απολάμβαναν, οι παρ' ημίν διανοούμενοι αρκούνταν στη διεκδίκηση ενός μεριδίου της παρ' ημίν ευημερίας. Αναφέρομαι κυρίως στα πιστοποιητικά βάσει των οποίων κάποιος εδικαιούτο να πολιτεύεται ως μέλος του λεγόμενου «πνευματικού κόσμου», να βλέπει την υπογραφή του κάτω από κείμενα, να αρθρογραφεί, να κάνει δηλώσεις και γενικά να υπενθυμίζει την παρουσία του όποτε το έκρινε απαραίτητο.
Το πιστοποιητικό της κοινωνικής νομιμοφροσύνης ήταν το πρώτο και το βασικό. Ενας «διανοούμενος» στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης δεν μπορούσε παρά να συμπλέει με το πνεύμα των λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων και της εν γένει προοδευτικής κοινής γνώμης. Από τη στιγμή που το διέθετε εντασσόταν στην ποσόστωση των διανοουμένων που ήταν κοινωνικά αποδεκτή, χωρίς εννοείται να υπολογίζεται η βάση του δέκα. Ποιος δεν μπορεί να πει πως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της Μεταπολίτευσης είναι η παρουσία ποιητών στα προεκλογικά μπαλκόνια ή οι ομαδικές παρεμβάσεις προοδευτικών διανοουμένων, όπως στις περιπτώσεις του Οτσαλάν ή σε εκείνη την κωμική υπόθεση της δίκης του Μπιλ Κλίντον στην Πλατεία Συντάγματος; Βάσει αυτού του κριτηρίου δε στην κατηγορία του πνευματικού κόσμου στριμώχνονταν συλλήβδην ηθοποιοί, τραγουδιστές, τυμπανιστές, συγγραφείς, τρομπετίστες και ποιητές. Ολοι προοδευτικοί, όλοι έτοιμοι να αφουγκραστούν το «λαϊκό αίσθημα», γιατί αυτός υποτίθεται πως είναι ο ρόλος των διανοουμένων. Το αποτέλεσμα το ζούμε σήμερα: η αδιανόητη αυταρέσκεια του πολιτικού λόγου της Αριστεράς σε συνδυασμό με την καχεξία κάθε συντηρητικής πολιτικής - συστατικά μιας προσχηματικής δημοκρατικής πολυφωνίας - οφείλονται κυρίως στην πολιτεία του λεγόμενου πνευματικού κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι στη διάρκεια αυτών των χρόνων η λέξη «καλλιεργημένος» καταργήθηκε από το λεξιλόγιό μας.

Αν η χώρα μας, αντί να φτιάξει μουσεία, αντί να αξιοποιήσει τον πολιτισμικό της πλούτο, οργάνωσε Ολυμπιακούς Αγώνες, αυτό το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό στην κοινωνική αδράνεια του λεγόμενου πνευματικού κόσμου μας. Αν τα πανεπιστήμιά μας σήμερα είναι ερείπια τα οποία, σε αντίθεση με τα αρχαία ερείπια που διαθέτει ο τόπος μας, δεν ενδιαφέρουν κανέναν εκτός απ' τους πρυτάνεις τους, αυτό το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό στην πνευματική οκνηρία μιας κοινωνίας που ποτέ δεν φρόντισαν να τη θεραπεύσουν οι ταγοί της. Και το σημαντικότερο: αν η ευρωπαϊκή Ελλάδα καταρρέει σήμερα απαξιωμένη στα μάτια των εταίρων της, αυτό το οφείλουμε στο ότι δεν άνοιξε ποτέ μια δημόσια συζήτηση για τη σχέση μας με την Ευρώπη. Οχι την Ευρώπη των δανείων και των επιτοκίων, αλλά αυτή την Ευρώπη που κάποτε θεωρούσε ότι δεν μπορεί να υπάρξει αν ο Παρθενώνας δεν βρίσκεται μέσα στα σύνορά της.
Εργαστήκαμε σκληρά για να εξορίσουμε κάθε ίχνος διανόησης από την κοινωνική συναλλαγή. Αν όμως θέλουμε το σήμερα να έχει και αύριο, κάπως θα πρέπει να διανοηθούμε.
Ακολουθήστε τα ΝΕΑ στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στα ΝΕΑ