Με µια νέα φίρµα, την εξ Αµερικής Steve Madden, αλλά και µε ανακαίνιση της µπουτίκ Bally της οδού Σταδίου, ο Αργύρης Γεωργούδας διευρύνει το χαρτοφυλάκιο της αλυσίδας υποδηµάτων Nak προσαρµόζοντάς το περισσότερο στο µειωµένο λόγω Μνηµονίου εισόδηµα των ελλήνων καταναλωτών.

Η αµερικανική φίρµα για την οποία η εταιρεία Nak άνοιξε δύο καταστήµατα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ανήκει στην κατηγορία της προσιτής µόδας, ενώ η ανακαίνιση της µπουτίκ των ακριβών ιταλικών υποδηµάτων Bally οδήγησε στη δηµιουργία µιας διαφορετικής ταυτότητας. Με διεύρυνση της γκάµας των παπουτσιών και προσθήκη περισσότερων επωνυµιών, η βιτρίνα της ταιριάζει πλέον σε περισσότερους από τους περαστικούς στην αρτηρία της Σταδίου.

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ. Αλλωστε, η προσαρµογή στα οικονοµικά χαρακτηριστικά κάθε εποχής και στα γούστα των πελατών αποτελεί σηµαντικό παράγοντα για την περαιτέρω ανάπτυξη µιας λιανεµπορικής επιχείρησης, αρχή που φρόντισε να µεταφέρει ο ιδρυτής των υποδηµάτων Nak, Αστέριος Γεωργούδας, στον γιο του, ο οποίος κρατά σήµερα τα ηνία της επιχείρησης. Ο θεσσαλονικιός επιχειρηµατίας ίδρυσε την επιχείρηση το 1966, όταν ήταν 26 ετών, έχοντας αποκτήσει εµπειρία στον χώρο της υπόδησης από µικρό παιδί, ως τσιράκι στον τσαγκάρη του χωριού του αρχικά και ως πωλητής αργότερα σε κατάστηµα και εργοστάσιο παπουτσιών της Θεσσαλονίκης.

Επέλεξε, µάλιστα, το όνοµα Nak χάρη στη βρετανική ταινία «The knack and how to get it», η οποία εντυπωσίασε τον νεαρό τότε επιχειρηµατία. Αρχικά παραγωγοί των Nak παπουτσιών ήταν εξ ολοκλήρου έλληνες υποδηµατοποιοί της Βόρειας Ελλάδας, οι οποίοι όµως µε τη συρρίκνωση του κλάδου είδαν το µερίδιό τους στο εµπόρευµα Nak να µειώνεται σταδιακά. «Σήµερα τα παπούτσια Nak παράγονται σε εργοστάσια της Ιταλίας και της Ισπανίας», παρατηρεί ο 36χρονος γιος Γεωργούδας.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ NAK. Στη συµπρωτεύουσα – στην πατρίδα του – άνοιξε ο 71χρονος σήµερα ιδρυτής της αλυσίδας το πρώτο κατάστηµα Nak σε ένα ηµιυπόγειο στην Πλατεία Αγίας Σοφίας, το οποίο διατηρεί ακόµη παρά τη µεγέθυνση της αλυσίδας που διαθέτει πλέον 21 καταστήµατα και τζίρο γύρω στα 20 εκατ. ευρώ ετησίως. «Επί σειρά ετών το κατάστηµα αυτό γέµιζε ασφυκτικά», λέει σήµερα ο γιος Γεωργούδας, ο οποίος περνούσε τα Σαββατοκύριακα ως έφηβος κουβαλώντας κούτες µε παπούτσια ή µαθαίνοντας την τέχνη της πώλησης σε όλα τα καταστήµατα που διέθετε η αλυσίδα στη Θεσσαλονίκη, όπου µεγάλωσε. «Τότε µε ενοχλούσε που έπρεπε να δουλέψω, αλλά σήµερα συνειδητοποιώ πόσο σηµαντική ήταν η εµπειρία που απέκτησα», λέει ενώ κάθεται στον µικρό χώρο γραφείου στον όροφο του καταστήµατος της Σταδίου.

ΝΕΕΣ ΕΠΩΝΥΜΙΕΣ. Στο πέρασµα του χρόνου, αν και αρχικά η επέκταση της εταιρείας ακολούθησε συντηρητικά βήµατα, τα καταστήµατα Nak εµπλούτισαν την γκάµα των επωνυµιών. Καταλυτικό ρόλο στην περαιτέρω επέκταση παίζει η εξοικείωση του κ. Γεωργούδα µε την αγορά υποδηµάτων της Νέας Υόρκης, όπου µεταβαίνει αρχικά για προπτυχιακές σπουδές και το 2001για µεταπτυχιακές στη ∆ιοίκηση Επιχειρήσεων και την Πολιτική Επιστήµη. Κατά τη διάρκεια της παραµονής του στην Αµερική ως φοιτητήςτότε, ο σηµερινός διευθύνωνσύµβουλος των Nak ξεκινά επαφές µε µεγάλες επωνυµίες υποδηµάτωνκαι αρχίζει να κλείνει τις πρώτες συµφωνίες αντιπροσώπησής τους.

Το 2003 γίνεται η συµφωνία µε την αµερικανική Brownshoe, µε ετήσιο τζίρο 2,5 δισ. ευρώ, η οποία διαθέτει, µεταξύ άλλων, τα παπούτσια Naturalizer. Η µίασυµφωνία ακολουθεί την άλλη.Εκείνη την εποχή – το2004 – γίνεται και ησυµφωνία µε την Bally, µε αποτέλεσµα σήµερα η εταιρεία να διαθέτει πολλές αµερικανικές και ιταλικές φίρµες. Ανάµεσά τουςγνωστές όπως οι Versace και Armaniή µάρκες οι οποίες αναγνωρίζονται πιο εύκολα από καλούς γνώστες της αγοράς υποδηµάτων, όπως είναι τα παπούτσια Colehaan. «∆ηµιουργήσαµε ένα προϊοντικό µείγµα, το οποίο µπορεί να σταθεί σε όλες τιςαγορές», δηλώνει ο κ. Γεωργούδας.

ΣΚΕΨΗ ΓΙΑ ΕΞΑΓΩΓΕΣ. Στη φιλοσοφία αυτή εντάσσεται και η πιο πρόσφατη συµφωνία µε τη νεανική µάρκα Steve Madden, ενώ ανάλογα θα είναι τακριτήρια σε επόµενες συµφωνίες καθώς, όπως επισηµαίνει ο 36χρονος µάνατζερπου εδώ και έξι χρόνια εδρεύει στην Αθήνα προκειµένου να «τρέχει» τις ολοένα και αυξανόµενες δουλειές των Nak, «υπάρχουν σκέψεις γιανέες συµφωνίες». Μάλιστα,δεν αποκλείει την πιθανότητα εξαγωγών τηςελληνικής φίρµας Nak, αν και θεωρεί ότι η τρέχουσα συγκυρία δεν ευνοεί µια τέτοια κίνηση.

Εξάλλου, τόσο ο ίδιος όσο και η συνεπικεφαλής της εταιρείας, ηαδελφή του Μελίνα, αποκτούν συνεχώς γνώσεις στην παραγωγή υποδηµάτων. Τουλάχιστον πέντε φορές τον χρόνο ο κ. Γεωργούδας επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη, ενώ άλλες τόσες φορές βρίσκεταισε εκθέσεις στο Μιλάνο παρακολουθώντας τις εξελίξεις στον κλάδο.«Το αµερικανικό παπούτσι εξελίσσεται συνεχώς, καθώς οι µεγάλοι παραγωγοί επενδύουν αδιάκοπα σε έρευνα και ανάπτυξη νέων µοντέλων και τεχνικών», παρατηρεί ο νέος επιχειρηµατίας.

ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ. Παράλληλα η Nak επεκτείνεται δυναµικά στα παιδικά υποδήµατα, τα οποία είναι πιο ανθεκτικά στην κρίση. Ηδη η Nak είναι αποκλειστικός πωλητής παιδικών παπουτσιών στα πολυκαταστήµατα Attica και Notos Galleries, ενώ πρόσφατα εισήλθε και στο ηλεκτρονικό εµπόριο. Αν και οι αγορές µέσω της ιστοσελίδας της εταιρείας δεν συνοδεύονται µε επιπλέον εκπτώσεις προς τους πελάτες, «η ανταπόκριση είναι µεγάλη», σύµφωνα µε τον κ. Γεωργούδα.

Η προσαρµογή στις συνθήκες κάθε εποχής είναι σηµαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη µιας λιανεµπορικής επιχείρησης

Ερχονται – φεύγουν


ςτο τιµόνι της Universal Music Greece

O Τάσος Ξιναρής αναλαµβάνει καθήκοντα διευθύνοντος συµβούλου της Universal Music Greece, η οποία χειρίζεται και τις δραστηριότητες της εταιρείας στην Κύπρο.

ο κ. Ξιναρής εντάχθηκε στην Universal Music έπειτα από εννέα χρόνια στη θέση του chief marketing officer του οµίλου NetMed, ενώ πρόσφατα διετέλεσε σύµβουλος στην ελληνική κρατική τηλεόραση και εµπορικός σύµβουλος στην πρώτη pay-TV πλατφόρµα της Κύπρου, τη Lumiere TV.

Chief operating officer στην ΑΒ Βασιλόπουλος

Chief operating officer του οµίλου ΑΒ Βασιλόπουλος ανέλαβε ο Γιάννης Κυρίτσης, ο οποίος από το 1993 εργάζεται σε υψηλόβαθµες θέσεις του οµίλου Delhaize σε Ελλάδα, ινδονησία, Ρουµανία. Μέχρι πρότινος ήταν πρόεδρος της Super Indo στην ινδονησία. Γεννήθηκε το 1961 στον πειραιά και το 1964 εγκαταστάθηκε µε την οικογένειά του στη Ν. αφρική, όπου διέµεινε µέχρι το 1993. Σπούδασε οικονοµικά σε πανεπιστήµιο της Ν. αφρικής.