Ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης γράφει με αφορμή επιστολή αναγνώστη σχετικά με την ετυμολογία της λέξης συκώτι, που περιλαμβάνεται στο νέο λεξικό του:
«Στο φύλλο της εφημερίδας σας της 25ης Ιανουαρίου δημοσιεύεται επιστολή του κ. Ελ. Αργυρόπουλου, ο οποίος διατυπώνει ορισμένες επιφυλάξεις για την ετυμολόγηση της λέξης συκώτι, όπως παρουσιάζεται στο Ετυμολογικό Λεξικό μου και όπως είναι κοινώς αποδεκτή στα συναφή λεξικά, ήτοι συκώτι από το συκωτόν (ήπαρ).
Η άποψη που αναφέρει ο κ. Αργυρόπουλος, αποδίδοντάς την στον μεγάλο κοινό μας δάσκαλο Νικόλαο Τωμαδάκη, ότι προέρχεται από το “σηκωτόν ήπαρ” γιατί σήκωνε κανείς ψηλά το σηκώτι- αν πράγματι το είπε έτσι ο αείμνηστος καθηγητής μας-, είναι προφανώς προϊόν παρετυμολογίας.
Ότι η μεσαιωνική λέξη συκώτι προέρχεται από την ελληνιστική συνεκφορά συκωτόν ήπαρ τεκμηριώνεται από τα κείμενα, όπως λ.χ. το του Γαληνού (6.704): ώσπερ δ΄ επί των υών το συκωτό ήπαρ εν τοις ζώσι ζώοις προπαρασκευάζουσιν ηδύ διά της των ισχάδων εδωδής. (στο “Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων”).
Από το απόσπασμα είναι φανερό ότι ορισμένα ζώα εκτρέφονταν συστηματικά με σύκα, προκειμένου να παχυνθούν και το ήπαρ τους να διογκωθεί και να νοστιμίσει. Η τακτική αυτή ακολουθείτο με τους χοίρους, αλλά και με τις πάπιες και τις χήνες, όπως συμβαίνει σήμερα με το έδεσμα που γνωρίζουμε ως φουά γκρα, όπου το γαλλ. foie δεν είναι παρά το συκωτόν, αφού προήλθε από το υστερολατινικό jecur ficatum (= ήπαρ συκωτόν), του οποίου το ficatum (= συκωτόν) έδωσε στις ρομανικές γλώσσες τη λέξη για το “ήπαρ”: γαλλ. foie, ιταλ. fegato, ισπ. higado, καταλαν. fetge κ.ά. Τα στοιχεία αυτά έχουν πείσει τους λεξικογράφους ότι η λέξη συκώτι προήλθε, όπως γράφουμε και στο Ετυμολογικό Λεξικό μας, από την περίφραση συκωτόν ήπαρ».