«Πέρυσι, τα πειράματά μας να εμβολιάσουμε ελαιόδενδρα με τον μύκητα της τρούφας απέτυχαν. Δεν το βάζουμε κάτω όμως. Ξέρουμε πως αλλού τα έχουν καταφέρει. Η ελιά είναι το πλέον αποδοτικό δένδρο για τη Μεσόγειο και η τρούφα το… χαβιάρι των καλλιεργειών».
O κ. Παύλος Μιχαηλίδης από το Κιλκίς είναι ένας… διαφορετικός αγρότης. Έχει σπουδάσει ηλεκτρονικός, έχει εργαστεί κάμποσα χρόνια σε χρηματιστηριακό γραφείο και τώρα, στην πέμπτη δεκαετία της ζωής του, καλλιεργεί σιτηρά και πειραματίζεται με την τρούφα, τον βασιλιά των μανιταριών. «Από χρόνια ασχολιόμουν με τα μανιτάρια και ψάχνοντας έμαθα για τις τρούφες. Με δεδομένο ότι οι συμβατικές καλλιέργειες θα αποφέρουν ολοένα και λιγότερα χρήματαοι επιδοτήσεις τελειώνουν σε πέντε χρόνια- αποφάσισα να πειραματιστώ» λέει στα «ΝΕΑ». «Άρχισα την καλλιέργεια τρούφας σε μια έκταση δώδεκα στρεμμάτων, ιδανική για να ελέγχεται από έναν σκύλο» λέει. Και εξηγεί: «Οι τρούφες είναι μανιτάρια που αναπτύσσονται κάτω από το χώμα, στις ρίζες άλλων φυτών, τα οποία έχουν πριν από τη φύτευση εμβολιαστεί με τους απαραίτητους σπόρους του μύκητα. Η συγκομιδή γίνεται με τη βοήθεια ειδικά εκπαιδευμένου σκύλου, ο οποίος με την όσφρηση εντοπίζει τα μανιτάρια». Ο κ. Μιχαηλίδης γρήγορα διαπίστωσε ότι η καλλιέργεια της τρούφας ήταν- όπως λέειτεμπέλικη: «Χρειάζεται τα απολύτως αναγκαία μετά τη φύτευση: περίφραξη και άρδευση. Εμένα μου πήρε δύο χρόνια για να αποφασίσω να προχωρήσω στην καλλιέργεια και σημαντικό ρόλο έπαιξε τελικά το γεγονός ότι η διάθεση του προϊόντος είναι εξασφαλισμένη, καθώς η ζήτηση παγκοσμίως είναι πενταπλάσια της προσφοράς. Το πείραμα πήγε καλά και έτσι από τον άλλο μήνα επεκτείνω την καλλιέργεια σε άλλα 97 στρέμματα». Όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον αγροτών από πολλές περιοχές της Ελλάδας για την καλλιέργεια της τρούφας τον οδήγησαν στην ίδρυση εταιρείας- την πρώτη στην Ελλάδα- που εμβολιάζει δενδρύλλια με μύκητες τρούφας και τα διαθέτει στους ενδιαφερόμενους αγρότες, και παράλληλα εκπαιδεύει τα σκυλιά- ανιχνευτές της παραγωγής. «Όσοι ήθελαν να μπουν στην παραγωγή υποχρεωτικά έπρεπε να αναζητήσουν δενδρύλλια στο εξωτερικό» αναφέρει. «Ξεκινήσαμε με τους κατ΄ εξοχήν φιλόξενους ξενιστές των μυκήτων: βελανιδιές, πουρνάρι, καστανιές και οξιές. Όμως, από πέρσι, με τον συνεργάτη μου- γεωπόνο Αζάρτ Κανάκα που ειδικεύεται στη μυκητολογία- επιχειρούμε να εμβολιάσουμε ελιές. Αν πετύχουμε την παραγωγή τρούφας με ελιές θα ανοίξουμε νέους δρόμους. Δεν θα το βάλουμε κάτω μέχρι να πετύχουμε αυτό που θέλουμε».
Η πρώτη μαζική και οργανωμένη καλλιέργεια τρούφας έγινε στην Κοζάνη
«Ξεκινήσαμε σαν χόμπι»
Πρωτοπόροι στην καλλιέργεια της τρούφας στην Ελλάδα ήταν ο κ. Δημήτρης Ηλιάδης και ο κ. Θόδωρος Μάνης, οι οποίοι πριν από 14 χρόνια αποφάσισαν περισσότερο από χόμπι να καλλιεργούν το- άγνωστο τότε- μανιτάρι, στη Ρητίνη Πιερίας. Άρχισαν με 300 βελανιδιές, εκ των οποίων οι 200 ήταν μπολιασμένες με μελανόσπορη τρούφα και φέτος είχαν την πρώτη τους παραγωγή.
«Μάθαμε για την τρούφα από έναν φίλο μας από την Ιταλία και αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε. Κάναμε εισαγωγή τα δέντρα από τη γειτονική χώρα και φροντίζαμε την καλλιέργεια τουλάχιστον το πρώτο διάστημα.
Κάποια στιγμή όμως τα παρατήσαμε για τρία με τέσσερα χρόνια, αφενός γιατί ήταν μεγάλη η αναμονή, αφετέρου γιατί δεν μπορούσαμε να βρούμε τα κατάλληλα σκυλιά, τα οποία είναι εκπαιδευμένα να ανιχνεύουν τις τρούφες. Παρ΄ ότι όμως εγκαταλείψαμε την προσπάθεια, φέτος διαπιστώσαμε ότι απέδωσε καρπούς. Δυστυχώς, δεν ξέραμε πότε να τις μαζέψουμε και το κάναμε πριν από τον Δεκέμβριο. Έτσι, μολονότι η συγκομιδή ήταν περίπου 70 κιλά, ήταν άγουρη» δήλωσε στα «ΝΕΑ» ο κ. Ηλιάδης.
Οι δύο συνέταιροι θα ασχοληθούν σοβαρότερα με την καλλιέργεια τρούφας, όχι όμως για εμπορικούς λόγους. «Εγώ είμαι αρχιτέκτονας μηχανικός και δεν με ενδιαφέρει να ασχοληθώ με το εμπόριο. Ό,τι έχουμε βγάλει μέχρι στιγμής το έχουμε δώσει σε έναν Έλληνα έμπορο και κρατάμε και για δική μας χρήση. Άλλωστε, μπορεί να ήμασταν πρωτοπόροι, αλλά ήμασταν και τυχεροί, γιατί θα μπορούσαμε να μην έχουμε και κανένα αποτέλεσμα» κατέληξε ο κ. Ηλιάδης.
Προνομιακή καλλιέργεια
Η καλλιέργεια τρούφας είναι μία από τις πλέον αποδοτικές οικονομικά, αφού μπορεί κατά μέσο όρο να αποδώσει 1.000 με 1.200 ευρώ ανά στρέμμα, δεδομένου ότι η τιμή του μανιταριού στην αγορά μπορεί να φτάσει ακόμα και τα 7.000 ευρώ το κιλό. Από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (και αναμένεται να ισχύσει και για το Δ΄ ΚΠΣ), η καλλιέργεια τρούφας επιδοτείται με έως 1.850 ευρώ ανά στρέμμα, αν και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις το κόστος για την εγκατάσταση του ποτιστικού συστήματος, της περίφραξης και την αγοράς των φυτών δεν ξεπερνά τα 1.000
ευρώ ανά στρέμμα.
Εφόσον χρησιμοποιηθούν δέντρα που αναπτύσσονται γρήγορα, η παραγωγή μπορεί να αρχίσει στην καλύτερη περίπτωση σε τέσσερα χρόνια, ενώ κυμαίνεται μεταξύ οκτώ και δέκα ετών για τα φυτά βραδείας ανάπτυξης, τα οποία όμως εξασφαλίζουν περισσότερα χρόνια παραγωγής (μπορεί να φτάσουν τα τριάντα). Στα πλεονεκτήματά της περιλαμβάνεται το ότι απαιτούνται λίγα στρέμματα για ικανοποιητική απόδοση, δεν απαιτείται εντατική άρδευση, ενώ είναι οικολογική καλλιέργεια, φιλική προς το περιβάλλον. Η πρώτη μαζική και οργανωμένη καλλιέργεια τρούφας έγινε στην Κοζάνη από αγρότες που εντάχθηκαν σε πρόγραμμα της Νομαρχίας Κοζάνης.







