Δεν δίσταζε να δηλώνει Έλληνας (κάτι που, παρά τις ελληνικές ρίζες τους, απέφευγαν μεγάλοι μουσικοί, όπως οι Χέρμπερτ φον Κάραγιαν και Σεργκίου Τσελιμπιντάκε). Έχοντας κατά νου τη δημοκρατία, που ο μεγάλος βιολοντσελίστας και μαέστρος Μστισλάβ Ροστροπόβιτς (Σλάβα- που στα ρωσικά σημαίνει «δόξα»- για τους φίλους) τη συνέδεε πάντα με την Ελλάδα. Κάτι που του έλειπε σε όλη του τη ζωή. Μέχρι τουλάχιστον την πτώση του Τείχους, στο Βερολίνο, την οποία συνόδευσε- αυθόρμητα- με το πιο βαθύ, το πιο προσωπικό, το πιο ανθρώπινο έργο του Μπαχ: τις Σουίτες του για βιολοντσέλο, των οποίων υπήρξε ιδανικός ερμηνευτής.

«Την Ελλάδα την αγαπούσα πριν την επισκεφθώ» έλεγε στα «ΝΕΑ» στη δεκαετία του ΄90 ο διάσημος μουσικός (που πέθανε στα 80 του την Παρασκευή), όταν ελεύθερος πλέον άρχισε να μας επισκέπτεται συχνά. Δεν ήταν μόνο γιατί τον είχε μυήσει στην ομορφιά της Ελλάδας η φίλη του- αξέχαστη- πιανίστρια Βάσω Δεβετζή ή ο προστατευόμενός του Δημήτρης Σγούρος, η «ελληνικότητα του ήχου του Δημήτρη Μητρόπουλου» με τον οποίο έκανε το ντεμπούτο του στη Νέα Υόρκη και τον θαύμαζε ή οι κουβέντες του με τη φίλη του Μαρία Κάλλας. Ήταν η κλασική του παιδεία που τον έκανε να μιλά για την Ελλάδα σαν να ήταν- κι

«Όσο υπάρχει κατοχή στην Κύπρο δεν θα παίζω στην Τουρκία», έλεγε

αυτή- πατρίδα του. Και το κοινό- με τους Ρώσους – στοιχείο της ορθοδοξίας. Κι όταν πια ήρθε, την ερωτεύθηκε. «Ήταν κεραυνοβόλος έρωτας» έλεγε, ενθυμούμενος πάντα την πρώτη του ελληνική συναυλία το 1960 με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης (όταν πρωτογνώρισε και λάτρεψε και τον… μπακλαβά).

Δεν ήταν λοιπόν ούτε τυχαίο ούτε αμελητέο το γεγονός ότι ήταν από τους ελάχιστους μουσικούς που έφτασε να διευθύνει την Ορχήστρα Νέων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (το 1992) στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου (ύστερα από αρκετές εμφανίσεις του ως βιολοντσελίστας στο Ηρώδειο), με συγκίνηση αξέχαστη για όσους είχαν την τύχη να τον ακούσουν. Έκτοτε υπερασπιζόταν κάθε ελληνικό ζήτημα: Μιλούσε για «ανιστόρητο σφετερισμό των ελληνικών μακεδονικών συμβόλων και εκμετάλλευση του ελληνικού ονόματος της Μακεδονίας, που δημιούργησε η ολοκληρωτική προπαγάνδα του κομμουνισμού» (φορούσε επί χρόνια στο πέτο το αστέρι της Βεργίνας). Αρνούνταν να παίξει στην Τουρκία «όσο θα υπάρχει κατοχή στη Βόρεια Κύπρο».

Ως υπέρμαχος των πολιτικών ελευθεριών είχε στηρίξει με επιστολή του στην εφημερίδα «Πράβδα» τον Αλεξάντρ Σολζενίτσιν (για το βιβλίο του «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ», που του έφερε Νόμπελ Λογοτεχνίας) με συνέπεια το 1978 να τού αφαιρεθεί η υπηκοότητα (όπως και της συζύγου του, της σοπράνο Γκαλίνα Βισνέφσκαγια). Το 1990 ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ τού έδωσε πίσω τη χαμένη του υπηκοότητα και ο (μετέπειτα φίλος του) Μπορίς Γιέλτσιν τον τίμησε, όπως και ο Βλαντίμιρ Πούτιν, για τα 80χρονά του. Κάτι που εκτίμησε περισσότερο από τα περίπου 200 διεθνή βραβεία του (και Γκράμι)…