Το ψάρι δεν χρειάζεται να είναι ακριβό για να είναι καλό για την υγεία
τουλάχιστον, καθώς η ανάλυση των θρεπτικών συστατικών φθηνών και ακριβών
ψαριών αποκαλύπτει πως ταπεινά είδη, όπως η (ψητή) σαρδέλα και ο τόνος σε
κονσέρβα περιέχουν περισσότερα ωφέλιμα για την υγεία λίπη απ’ όσα άλλα, πολύ
ακριβότερα, όπως ο καπνιστός σολομός και τα μπαρμπούνια.
|
|
Σύμφωνα με μελέτες που έχουν διεξαχθεί στη χώρα μας, η συντριπτική πλειονότητα
των Ελλήνων που τρώνε ψάρι προτιμούν τα μικρά ψάρια, κυρίως επειδή είναι
φθηνά. Από τους 1.093 εθελοντές, λ.χ., που συμμετείχαν σε μελέτη του
Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Έρευνας
(ΕΘΙΑΓΕ), μόλις το 18,4% είπαν πως η τιμή δεν παίζει ρόλο στο ποιο ψάρι θα
αγοράσουν. Αντίστοιχα, από τους 2.042 εθελοντές που συμμετείχαν σε μελέτη του
Πανεπιστημίου Αθηνών και του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου, το 80% είπαν πως όταν
τρώνε ψάρια προτιμούν τα μικρά για οικονομικούς κυρίως λόγους.
Το εύρημα αυτό επαναλαμβάνεται συστηματικά τα τελευταία χρόνια και σε μελέτες
του Πανεπιστημίου Κρήτης. «Οι περισσότεροι μάς λένε πως τρώνε κυρίως σαρδέλα,
γόπα, αθερίνα και γαύρο, επειδή είναι φθηνότερα από τα άλλα», λέει ο κ.
Αντώνης Καφάτος, καθηγητής Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής στο
Πανεπιστήμιο. «Μετά έρχεται ο μπακαλιάρος (φρέσκος και παστός), ο κολιός, τα
σαυρίδια και η ρέγγα».
Πρόβλημα το τηγάνισμα. Το μόνο πρόβλημα – αν και όχι τόσο μεγάλο όσο θα
περίμενε κανείς – είναι πως τα περισσότερα από αυτά τα ψάρια είθισται να
καταναλώνονται τηγανητά. «Το τηγάνισμα είναι ίσως ο πιο συνηθισμένος τρόπος
μαγειρέματος των ψαριών, αλλά έστω κι έτσι το όφελος για την υγεία είναι
σημαντικό», σχολιάζει ο κ. Αντώνης Ζαμπέλας, επίκουρος καθηγητής Κλινικής
Διατροφής στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. «Ασφαλώς, δεν μπορούμε να συνιστούμε
στον κόσμο να τρώει τηγανητά ψάρια, διότι αν μη τι άλλο έχουν πολλές θερμίδες,
αλλά αυτό δεν σημαίνει πως το τηγάνισμα μειώνει την θρεπτική αξία των ψαριών».
Αντιθέτως, μια ματιά στους πίνακες σύνθεσης των ελληνικών τροφίμων αποκαλύπτει
πως ανά 100 γραμμάρια προϊόντος τα ωμά ψάρια έχουν μικρότερη θρεπτική αξία από
τα τηγανητά. Αυτό οφείλεται στο ότι με το τηγάνισμα το ψάρι χάνει πολλά από τα
υγρά του, οπότε σε μια μερίδα των 100 γραμμαρίων περιέχεται πολύ περισσότερο
«στεγνό» προϊόν.
Πάντως, η θρεπτική αξία των ψαριών δεν ελαττώνεται και για έναν ακόμα λόγο.
«Στα περισσότερα σπίτια, χρησιμοποιείται ελαιόλαδο για το τηγάνισμα – και
μάλιστα μία μόνο φορά, αφού μετά πετιέται», λέει ο κ. Ζαμπέλας. «Με ένα
τηγάνισμα, όμως, δεν αλλάζει πολύ η ποιότητα του λαδιού, τα πολλαπλά
τηγανίσματα είναι αυτά που το αλλοιώνουν».
Ωμέγα-3 λιπαρά οξέα. Τηγανητά, βραστά, στον ατμό ή ψητά, τα ψάρια
θεωρούνται πολύτιμα για την υγεία. Και αυτό, διότι είναι πλούσια σε
πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, κυρίως στα επονομαζόμενα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα – μια
μορφή λίπους που, όπως έχει αποδειχθεί, προστατεύει από το έμφραγμα και τον
καρκίνο του παχέος εντέρου, ενώ ενδέχεται να συμβάλλει και στην προστασία από
άλλα νοσήματα, όπως τα εγκεφαλικά επεισόδια, η νόσος του Αλτσχάιμερ, ακόμα και
η σκλήρυνση κατά πλάκας.
Δεν τρώμε ούτε τα μισά από τις ποσότητες που συνιστούν οι ειδικοί
Μολονότι τα ψάρια είναι πολύ σημαντικά για την υγεία και κατέχουν ξεχωριστή
θέση στην παραδοσιακή ελληνική διατροφή, τα τελευταία χρόνια δεν
καταναλώνονται επαρκείς ποσότητες από αυτά – μια έλλειψη που είναι ιδιαιτέρως
έντονη στα παιδιά και τους εφήβους.
«H ποσότητα που συνιστούμε για καλή υγεία είναι 400-500 γραμμάρια ψάρι την
εβδομάδα για εφήβους και ενήλικες, 200 γραμμάρια την εβδομάδα για παιδιά
σχολικής ηλικίας και 50-100 γραμμάρια για παιδιά προσχολικής ηλικίας», λέει ο
καθηγητής Αντώνης Καφάτος. «Δυστυχώς, ελάχιστοι Έλληνες φτάνουν αυτές τις
ποσότητες. Οι περισσότεροι περιορίζονται σε μία μερίδα των 100-150 γραμμαρίων
την εβδομάδα και σπάνια τρώνε δύο – πόσο μάλλον τρεις ή περισσότερες που
απαιτούνται. Όσον αφορά τα Ελληνόπουλα, μόνο το 10%-15% από αυτά τρώνε ψάρι
μία φορά την εβδομάδα. Τα υπόλοιπα είτε δεν τρώνε καθόλου είτε σπάνια – μία
φορά το δεκαπενθήμερο ή και τον μήνα ακόμα».
Όπως αποκαλύπτουν μελέτες του Πανεπιστημίου Κρήτης, η μείωση της κατανάλωσης
ψαριού είναι φαινόμενο της τελευταίας δεκαετίας. «Μέχρι το 1990-1995 τρώγαμε
πολύ ψάρι, αλλά το 2000 που μελετήσαμε τις ηλικίες 40-60 ετών διαπιστώσαμε πως
η μέση πρόσληψη ήταν 28 γραμμάρια την ημέρα, δηλαδή ελάχιστη», τονίζει ο κ.
Καφάτος. «Έκτοτε, η κατάσταση δεν φαίνεται να έχει βελτιωθεί».
