Ο μέσος Έλληνας έχει ψηλώσει τουλάχιστον 8 εκατοστά και έχει «πάρει» το
λιγότερο 6 κιλά… και όλα αυτά μέσα σε μία εικοσαετία. Το αποτέλεσμα: όσο πιο
πολύ αλλάζει ο σωματότυπος του πληθυσμού τόσο «προβληματίζονται» οι
κατασκευαστές στρωμάτων, καθισμάτων… αλλά και οι σχεδιαστές ρούχων για τις
διαστάσεις των νέων δημιουργιών τους.
|
|
Είναι παγκόσμιο φαινόμενο που αφορά τόσο την Ευρώπη όσο και την Αμερική. «Οι
Έλληνες μετά το 1950 αρχίζουν να κερδίζουν βάρος, όπως ακριβώς συνέβη στις
λιγότερες ανεπτυγμένες χώρες μετά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς ο πληθυσμός
στην πλειονότητά του ακολουθεί καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη διατροφή. Κατά
την εικοσαετία 1970-1990 παρατηρούμε, αντίστοιχα, αύξηση ύψους», λέει στα
«NEA» ο κ. Δημήτρης Τριχόπουλος, καθηγητής Επιδημιολογίας στα Πανεπιστήμια
Αθηνών και Χάρβαρντ.
Τρεις φάσεις ανάπτυξης. Και συνεχίζει: «H διαδικασία ανάπτυξης περνά
από τρεις φάσεις. Για παράδειγμα, ένα παιδί τρώει και επομένως παχαίνει. Όταν
το ίδιο παιδί αρχίζει να μεγαλώνει, η πλήρης διατροφή που ακολουθεί το βοηθά
να ψηλώσει. Στην τρίτη λοιπόν φάση, οπότε έχει αναπτυχθεί όσο πρέπει, αν
συνεχίσει να τρέφεται με τον ίδιο ρυθμό, τότε παχαίνει και πάλι. Ο ελληνικός
πληθυσμός έχει περάσει την πρώτη φάση, διανύει τη δεύτερη, ενώ την ίδια στιγμή
βρίσκεται με το ένα πόδι στην τρίτη».
Το 1968, το μέσο ύψος του αστικού πληθυσμού ήταν 1,76 μ. και του αγροτικού
πληθυσμού 1,75 μ. Το βάρος τους δεν ξεπερνούσε τα 67,2 κιλά. Χρειάστηκε κάτι
περισσότερο από δύο δεκαετίες για να σημειωθούν σημαντικές αλλαγές στον
σωματότυπο των Ελλήνων. Έτσι, κατά τη δεκαετία του ’90 οι Έλληνες είναι
ψηλότεροι κατά 8 πόντους και παχύτεροι κατά… 6 κιλά.
Αυτά προκύπτουν από δύο διαδοχικές μελέτες που διεξήχθησαν από το
Ενδοκρινολογικό Τμήμα του 401 ΓΣΝΑ (Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών) και
το Επιδημιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, με τον τίτλο
«Ανάστημα, Βάρος και Παχυσαρκία των Ελλήνων». Τόσο στην πρώτη όσο και στη
δεύτερη φάση της έρευνας συμμετείχαν περισσότεροι από 800 νεοσύλλεκτοι.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, παρά τις αλλαγές που παρατηρήθηκαν
στον σωματότυπο των Ελλήνων, ο Δείκτης Μάζας Σώματος παρέμεινε σταθερός (ΔΜΣ
είναι το βάρος διά το τετράγωνο του ύψους. Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο δείκτη
προσδιορίζεται αν το βάρος ενός ανθρώπου είναι φυσιολογικό, αν είναι μικρότερο
ή μεγαλύτερο).
«Αυτό συνέβη γιατί οι Έλληνες είχαν κερδίσει βάρος, παράλληλα όμως ψήλωσαν.
Επομένως, ο δείκτης μάζας δεν είχε σημαντικές διαφοροποιήσεις. Τώρα τα
δεδομένα αρχίζουν και πάλι να αλλάζουν καθώς, ενώ σταθεροποιήθηκε ως ένα βαθμό
η αυξητική πορεία του αναστήματος, συνεχίζουν να τρέφονται με τον ίδιο ρυθμό.
Ενδεικτικό είναι πως, σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, οι Έλληνες εμφανίζονται ως
οι πιο παχύσαρκοι στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, η σωματική εξάσκηση δεν είναι
ιδιαίτερα διαδεδομένη στη χώρα μας», εξηγεί ο κ. Τριχόπουλος.
Από το μίντιουμ στο… λάρτζ
Οι πρώτοι που επηρεάζονται άμεσα απ’ αυτές τις αλλαγές είναι οι σχεδιαστές
ρούχων, των οποίων οι δημιουργίες πρέπει να είναι ραμμένες και κομμένες στα…
μέτρα των καταναλωτών. «Σήμερα τα νούμερα που φεύγουν περισσότερο είναι απο 46
(μίντιουμ) έως και το 50 (λαρτζ). H μεγαλύτερη όμως διαφορά που παρατηρούμε
είναι στο ύψος και αφορά κυρίως τα νεαρά κορίτσια. Φροντίζουμε λοιπόν να
προσαρμόσουμε τη γραμμή των ρούχων στις νέες τους διαστάσεις», λέει ο κ.
Λουκάς Μπερνικόλας, σχεδιαστής της εταιρείας ρούχων Ραξέβσκυ.
Ωστόσο. τα πρότυπα του τέλειου σώματος ολοένα και στενεύουν. «Πριν από περίπου
μία δεκαετία οι διαστάσεις της περιφέρειας για τα μοντέλα της πρώτης σειράς
ήταν περίπου 99-100 εκατοστά. Σήμερα είναι 93-94 εκατοστά αυστηρώς. Αν οι
διαστάσεις ενός μοντέλου ξεπεράσουν τα 95 εκατοστά, τότε θεωρείται φαρδιά»,
επισημαίνουν οι γνωστοί σχεδιαστές Χάρης και Άγγελος.
