Η πόλη βρωμάει. Από τα σκουπίδια. Από το νέφος. Από τα βυρσοδεψεία. Από τις

χαβούζες. Από τις χωματερές. Από τα εργοστάσια. Από τα καυσαέρια των

αυτοκινήτων. Από το καλοκαίρι, που δεν το δρόσισε ούτε μια σταγόνα βροχής. Μα

πιο πολύ βρωμάει ­ όχι μόνον η πόλη, αλλά ολόκληρη η χώρα ­ από την μπόχα της

διαπλοκής. Από τα δισεκατομμύρια, που σκορπίζονται σε συμβούλους και

παρακοιμώμενους. Από τους μιζαδόρους. Από τους αργόμισθους. Από τα μεγάλα

«συμφέροντα», που, όσο πάει, όλο και πιο πολύ προκαλούν, όλο και πιο άπληστα

γίνονται…

Μέσα σ’ αυτή την αθλιότητα, μέσα σ’ αυτή την ασφυξία, ξαφνικά, «μια στήλη

όρθιο φως»: ο Πύρρος Δήμας. Και ο Καχιασβίλι. Κι αυτή η υπέροχη ξανθούλα, η

Κατερίνα Θάνου. Και ο Ταμπάκος. Και ο Σαμπάνης. Και ο Μήτρου. Και όλα τ’ άλλα

παιδιά. Ανεξάρτητα από το αν πήραν μετάλλιο ή κατέκτησαν την 6η, την 7η, την

8η θέση στο Σίδνεϊ. Τα μετάλλια θα ‘ρθουν. Αργά ή γρήγορα. Γιατί, εδώ, έχουμε

να κάνουμε με ανθρώπους αδάμαστους. Χίλιες φορές ξεχωριστούς. Και όχι με

κομπιναδόρους των παρασκηνίων.

Στον αθλητισμό, «ο κιμάς κόπτεται παρουσία του πελάτου». Είσαι μόνος σου,

ολομόναχος, με το βάρος που πρέπει να σηκώσεις. Είσαι μόνος σου, με το σκάμμα,

με τη σφαίρα, με το ακόντιο, με το «εκατοστάρι», με τα «εμπόδια», με τον

δίσκο. Εδώ, «μέσα» δεν χωράνε. Έχεις κότσια; Απόδειξη. Δεν έχεις κότσια; Πάρε

δρόμο. Κανένας δεν πρόκειται να σου δώσει χέρι βοηθείας. Καθαρά πράγματα.

Επιμένω: όλη αυτή η «άνοιξη» του ελληνικού αθλητισμού οφείλεται σε έναν

άντρα. Τον Πύρρο Δήμα. Βεβαίως, κινητοποιήθηκε και η πολιτεία, οργανώθηκαν

γυμναστήρια, κατασκευάσθηκαν γήπεδα, προσλήφθηκαν προπονητές, γιατροί κ.λπ.,

αλλ’ αν δεν υπήρχε ο Πύρρος ­ όπως ο Νίκος Γκάλης στο μπάσκετ ­ οι νίκες θα

ήταν σποραδικές και τα «χρυσά» κεραυνοί εν αιθρία.

Ο Δήμας ­ όπως και ο Καχιασβίλι ­ είναι φτιαγμένος από το σπάνιο μέταλλο του

νικητή. Τίποτα δεν μπορεί να τον βάλει κάτω! Ακόμα και λαβωμένος, βρίσκει

τρόπο για να μην παραδοθεί στην πληγή. Αυτός μας έκανε να πιστεύουμε στις

«πρωτιές». Αυτός μας έπεισε ότι η πιο ψηλή θέση στο βάθρο είναι δυνατόν

να ανήκει και σε μας. Αυτός μας έδειξε, με τα λαμπερά, τα παιδικά του μάτια,

ότι εκείνο που μετράει, πάνω απ’ όλα, είναι η ψυχή.

Τρώγαμε, κάποιο βράδυ, σ’ ένα ταβερνάκι. Ο Πύρρος, ο Γιώργος Λιάνης και εγώ. Ο

πρωταθλητής, είχε κερδίσει, μόλις, το πρώτο χρυσό του μετάλλιο. Έλεγε: «το τι

έχω τραβήξει στην Ελλάδα, είναι απίστευτο!.. Έμπαινα στο λεωφορείο και οι γύρω

μου, με κοίταζαν ύποπτα! Και βάζανε τα χέρια τους στις τσέπες, για να μην

τους… αρπάξω το πορτοφόλι! Ήμουν »Αλβανός», βλέπετε. Κλέφτης.

Παλιάνθρωπος! Τώρα, όμως, ο »Αλβανός», που ήρθε από τη Χειμάρρα, ξεχάστηκε!

Τώρα, είμαι ο κύριος Δήμας, ο Ολυμπιονίκης! Και, βέβαια, ο κύριος Δήμας, ο

Έλληνας, με τη σημαία και τον εθνικό ύμνο…».