Τα Χριστούγεννα που έζησε μικρός ήταν λιτά. Όμως όταν ζήτησε το πρώτο του

δώρο, το πήρε. Μια μπάλα ποδοσφαίρου!

ΩΡΑ ΔΩΔΕΚΑ το βράδυ, έξω από τη λέσχη του Ολυμπιακού στο Πασαλιμάνι. Ο φύλακας

του μικρού ανοιχτού γηπέδου, ο κυρ Στέλιος, ξεκουράζεται μέσα στην αίθουσα της

λέσχης, όταν ξαφνικά τα φώτα στο γηπεδάκι ανάβουν.

Ο Γιώργος Σιγάλας και η παρέα του, έχουν έρθει και πάλι για να δώσουν τον

καλύτερό τους εαυτό στο άθλημα που τους «μαγεύει», το μπάσκετ. Προλαβαίνουν να

κάνουν 2-3 σουτ πριν τους κυνηγήσει ο κυρ Στέλιος. Συνήθης εικόνα πριν από

12-13 χρόνια όταν ο Σιγάλας είχε αρχίσει να κάνει τρόπο ζωής το μπάσκετ.

Μέρες γιορτινές, όπως αυτές που διανύουμε αυτή την εποχή, ζούσε και μικρός ο

Γιώργος Σιγάλας σε πιο δύσκολες εποχές, τότε που κάθε τι που έπαιρνε στα χέρια

του και είχε περιτύλιγμα ήταν γι’ αυτόν κάτι το μοναδικό. Το πρώτο του δώρο

ήταν μία μπάλα, όχι όμως μπάσκετ όπως πολύ θα νομίζετε, αλλά ποδοσφαίρου!

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΕΣ

Ο Γιώργος, γεννημένος στις 31 Ιουλίου του 1971, μόλις δύο μήνες μετά το έπος

του Παναθηναϊκού στο Γουέμπλεϊ, μεγάλωσε με ποδοσφαιρικές εικόνες.

«Οι πρώτες αθλητικές μου εικόνες είχαν άμεση σχέση με το ποδόσφαιρο. Ιδιαίτερα

με τη μεγάλη ΑΕΚ του Μαύρου, του Παπαϊωάννου, του Μπάγιεβιτς, του Αρδίζογλου.

Οι θείοι μου, στους οποίους έμενα κάποια καλοκαίρια, εκτός του ότι είχαν ρίζες

από την Κωνσταντινούπολη, έμεναν και στη Νέα Φιλαδέλφεια και έτσι η ΑΕΚ ήταν η

πρώτη μου αγάπη. Το πρώτο δώρο που είχα ζητήσει και πήρα ήταν μία μπάλα

ποδοσφαίρου, αφού τότε ούτε ξέραμε το μπάσκετ. Ποδόσφαιρο παίζαμε στο σχολείο,

γεμίζοντας με χαρτιά τα στρογγυλά πλαστικά μπουκάλια της πορτοκαλάδας για να

τα κάνουμε πιο σκληρά. Σπάγαμε βέβαια λίγο το κεφάλι μας, αλλά το

διασκεδάζαμε. Με κάτι συμμαθητές μου μάλιστα ήμασταν έτοιμοι να γραφτούμε στα

τσικό του Ολυμπιακού ή του Εθνικού ώστε να ξεκινήσουμε πιο εντατικά το

ποδόσφαιρο», θυμάται ο Γιώργος Σιγάλας. Όμως το προαύλιο στο σχολείο του ήταν

μεγάλο και έτσι χώρεσαν δύο μπασκέτες, δίνοντάς του το ερέθισμα να ασχοληθεί

με το νέο άθλημα. Άρχισε να δοκιμάζει μαζί με τους φίλους του, αλλά έμεινε από

τους λίγους πιστούς, γιατί: «Έβρισκα την ηρεμία μου. Ήταν ιδανικό για μένα,

όχι επειδή μου άρεσε σαν άθλημα, αφού ακόμα δεν σκεφτόμουν έτσι, απλά γιατί

έπαιζα σχεδόν μόνος μου και είχα την ησυχία μου. Κάπου εκεί σε ηλικία 10 ετών

πήγα στις ακαδημίες του Ολυμπιακού που επάνδρωνε τα τμήματά της με προπονητή

τον Αλέκο Σπανουδάκη».

ΣΤΟ ΠΑΣΑΛΙΜΑΝΙ


Ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι ένας από τους καλούς φίλους που έκανε ο Σιγάλας

μέσα από το μπάσκετ

Έτσι ξεκίνησαν όλα και ο Σιγάλας άρχισε να σπαταλά τις περισσότερες ώρες του

στο μικρό ανοιχτό γηπεδάκι στο Πασαλιμάνι. Παράλληλα έκανε και άλλες δουλειές

για το χαρτζιλίκι του: «Βοηθούσα τον θείο μου στο γιουσουρούμ όπου πήγαινα

μαζί του κάθε Σαββατοκύριακο, όπως και τον πατριό μου ο οποίος ήταν

λουστραδόρος και πέρναγα κάποιες ώρες στο μαγαζί του. Όμως ήμουν τυχερός αφού

σε ηλικία 17 ετών, δεύτερη χρονιά στο εφηβικό του Ολυμπιακού, μου έβγαλαν

μισθό από την ομάδα 25.000 δραχμών. Φοβερό ποσό για μένα, που ουσιαστικά είχα

έτσι τη δυνατότητα να βοηθήσω οικονομικά και τη μητέρα μου».

ΜΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

Η μητέρα του, Ελευθερία, είχε το δύσκολο έργο να παίξει από νωρίς και το ρόλο

του πατέρα, αφού ο σύζυγός της Σταμάτης είχε φύγει από τη ζωή όταν ο Σιγάλας

ήταν μόλις ενός χρόνου…

«Οφείλω πολλά στη μητέρα μου που με βοήθησε πάρα πολύ στα δύσκολα παιδικά

χρόνια.

Ήταν και παραμένει εκτός από μάνα και η καλύτερή μου φίλη, ενώ δεν θα ξεχάσω

πως ποτέ δεν ήρθε να μου τραβήξει το αυτί όταν έπαιζα μπάσκετ με τους φίλους

μου. Μπορεί να μου φώναζε αν έπαιζα ηλεκτρονικά, αλλά ποτέ δεν μου έκανε

παράπονα για το μπάσκετ».

ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ


Λατρεύει τα παιδιά και η δημιουργία της δικής του οικογένειας είναι η

μεγαλύτερή του φιλοδοξία

Μεταξύ άλλων πέρασε ένα φεγγάρι από τη Γυμναστική Ακαδημία, μεταπήδησε στη

Νομική, αλλά όπως λέει: «Αν ήθελα να σπουδάσω θα επέλεγα την Αρχιτεκτονική με

την οποία είχα τρέλα από μικρός», λέει ο Γιώργος Σιγάλας, που, αφού έφθασε και

έμεινε στην κορυφή με τον Ολυμπιακό, έφυγε όχι με τις καλύτερες συνθήκες και

πήρε τη μεγάλη απόφαση να ξενιτευτεί και να παίξει στην Ιταλία με τη Στεφανέλ Μιλάνου.

«Ήταν μία εμπειρία ζωής για μένα, όχι μόνο για την καριέρα μου. Ήταν η πρώτη

φορά που έμεινα κάπου εντελώς μόνος, αλλά γνώρισα μια πανέμορφη πόλη και μια

εντελώς διαφορετική κουλτούρα.

Εκεί σε σέβονται και δεν σε βλέπουν σαν ζώο. Στην Ελλάδα το πρώτο μου ρεπό το

πήρα τώρα με τον Άρη, αφού έπεφτε δεύτερη ημέρα Χριστουγέννων Σάββατο. Αλλιώς

θα παίζαμε κανονικά».

Όσοι βιάστηκαν να πουν πως οι Ιταλοί έχουν πιο ελαφρύ πρόγραμμα στις

προπονήσεις διαψεύστηκαν από τα αποτελέσματα πέρυσι στην Ευρώπη.

«Αισθάνομαι τυχερός που πήγα στην Ιταλία τη χρονιά που είχε το καλύτερο

πρωτάθλημα της Ευρώπης».

ΣΤΟΝ ΑΡΗ

Και από την Ιταλία και το Μιλάνο, επόμενος σταθμός η Θεσσαλονίκη και ο Άρης.

«Πήγα στο Μιλάνο των… Βαλκανίων, όπως αποκαλούν στην Ιταλία τη Θεσσαλονίκη.

Είναι μία πολύ όμορφη πόλη, η οποία πάντα που άρεσε, αλλά είχα την περιέργεια

να δοκιμάσω αν θα μπορέσω να ζήσω σε αυτήν. Τώρα που το κάνω μπορώ να πω άφοβα

πως είναι υπέροχα. Είναι μία μικρή πόλη που ουσιαστικά είναι ένα κομμάτι, σε

αντίθεση με την Αθήνα που αποτελείται από πολλά διαφορετικά κομμάτια».

Το μπάσκετ τού πρόσφερε πολλά και μέσα από αυτό έκανε πολλούς φίλους, όχι μόνο

μπασκετμπολίστες: «Ο Γιάννης Γιαννάκης είναι για μένα σαν αδελφός, αν και στην

πρώτη μας γνωριμία όταν τον είδα είπα από μέσα μου: “Ωχ, η μαφία”. Όμως και με

παίκτες έχουμε κρατήσει καλές σχέσεις, όπως ο Μωραΐτης, ο Λημνιάτης και

αρκετοί άλλοι».


Όταν μιλάει για τον Ολυμπιακό, δεν κρύβει την πίκρα του για τη συμπεριφορά

του Ντούσαν Ίβκοβιτς προς το πρόσωπό του

ΜΠΟΡΕΙ ο πατέρας του να ήταν από την Κωνσταντινούπολη και η μητέρα του από το

Ηράκλειο όμως ο Γιώργος Σιγάλας μεγάλωσε στον Πειραιά στα Ταμπούρια (μέχρι

τριών χρόνων) και στο Πασαλιμάνι και δέθηκε με τον Ολυμπιακό από πολύ νεαρή

ηλικία. Δεν πίστευε πως θα φύγει ποτέ απο την ομάδα, στην οποία έκανε το πρώτο

του δελτίο στα 10 του χρόνια, αλλά ποτέ μη λες ποτέ.

«Θα ήταν το ιδανικό για μένα να συνέχιζα στον Ολυμπιακό και ειλικρινά

παλαιότερα δεν πίστευα πως μπορώ ποτέ να φύγω.

Είχα ταυτιστεί με την πόλη την ομάδα και τους φιλάθλους, οι οποίοι ήταν

συμπολίτες μου και με είχαν δει πως αναπτύχθηκα μέσα από την ομάδα. Και όμως

την τελευταία χρονιά έκοβα το κεφάλι μου πως θα φύγω ήμουν σίγουρος, αλλά

ήλπιζα απλά επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Είμαστε επαγγελματίες και δεν θα με ενοχλούσε καθόλου να μου έλεγαν ευθέως

πως δεν με θέλουν.

Είναι και αυτό μέρος του επαγγέλματος. Απλά ποτέ δεν μου το είπαν και αυτό

είναι που με ενόχλησε. Από την πλευρά μου, ήμουν σωστός και για να μείνω έκανα

πράγματα που ίσως δεν έχει κάνει παγκοσμίως αθλητής.

Όταν είσαι πρωταγωνιστής και έχεις διοίκηση και προπονητή να σου σκάβουν τον

λάκκο και παράλληλα πρέπει να έχεις και καλή απόδοση, δεν μπορώ να πω ότι

είναι και ιδανικό. Τα δημοσιεύματα πως υπογράφω στον Παναθηναϊκό, αλλά και πως

απέρριψα πρόταση που μου έκανε ο Ολυμπιακός για ανανέωση συμβόλαιου ­ κάτι που

δεν είχε γίνει ποτέ ­ δεν πιστεύω πως ήταν μόνο αποκυήματα της φαντασίας των

δημοσιογράφων. Πάντως, νομίζω πως από όλα αυτά ο Σιγάλας δεν έχασε. Αν ήταν το

ιδανικό που έφυγα από τον Ολυμπιακό; Δεν μπορώ να το πω τώρα, αλλά μόνο στο

τέλος της καριέρας μου, όταν δω τι έχω κάνει».

Στα προσωπικά του, πρόσφατα τελείωσε μία μακρόχρονη σχέση που είχε και

πληγώθηκε αφάνταστα. Πάντως, παρά την πολύ καλή… άμυνα που έχει παίξει μέχρι

τώρα στο θέμα του γάμου παραδέχεται πως η δημιουργία της δικής του οικογένειας

αποτελεί τη μεγάλη του φιλοδοξία. Ο κουμπάρος (Γιάννης Γιαννάκης) έχει ήδη

πάρει… θέση και περιμένει, ενώ οι υποψήφιες νύφες θα πρέπει να τους συνάψουν

στα θετικά και τις μαγειρικές του ικανότητες τις οποίες τελοιοποίησε στην

Ιταλία, και παραδέχεται πως έχει ταλέντο και σε αυτόν τον τομέα.

«Με βλέπω να παντρεύομαι γύρω στα 30, αλλά ίσως και αύριο, δεν ξέρεις ποτέ.

Όποιος γνωρίσει την καρδιά τού Σιγάλα θα τα δει όλα, αφού είμαι ένας εντελώς

διαφορετικός άνθρωπος όταν αφήνω ελεύθερα τα συναισθήματά μου.

Όμως θα πρέπει πρώτα να κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη μου. Πολλοί

συμπαίκτες μου έλεγαν πως είμαι ο πρώτος που θα παντρευτώ. Τώρα τους χαζεύω με

τις κόρες τους, όπως ο Μυριούνης και ο Φασούλας και τους χαίρομαι. Θα έρθει

πιστεύω και για μένα το πλήρωμα του χρόνου και αποτελεί τη μεγαλύτερή μου φιλοδοξία».

ΕΝΑΣ από τους καημούς του Γιώργου Σιγάλα ήταν που δεν βρέθηκε ποτέ συμπαίκτης

με τον Νίκο Γκάλη, παρά μόνο αντίπαλος. «Δεν θα ξεχάσω την πρώτη μας

συνάντηση, όταν εγώ ήμουν στον Παπάγου και παίξαμε στα ημιτελικά του Κυπέλλου

Ελλάδος με τον Άρη, που επέστρεφε από τη Γάνδη. Τους υποδεχτήκαμε με λουλούδια

και εγώ έψαχνα τον Μισούνοφ επειδή φορούσε το ίδιο νούμερο με μένα (8). Τότε

με πλησίασε ο Γκάλης και μου έσφιξε το χέρι παίρνοντας τα λουλούδια. Εγώ

κοκάλωσα και έμεινα να κοιτώ το χέρι μου που είχε χαιρετήσει αυτόν τον μεγάλο

αθλητή. Τόσο αυτός όσο και ο Γιαννάκης είναι στυγνοί επαγγελματίες όσον αφορά

τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν το μπάσκετ. Ήταν πάντα άψογοι στις

υποχρεώσεις τους και εγώ προσπαθούσα απλώς να βάλω στο παιχνίδι μου κάποια από

τα καλά τους στοιχεία».

Στο Ευρωμπάσκετ της Αθήνας εξασφάλισε ένα εισιτήριο μόνο στον τελικό, αλλά του

έφτανε και με το παραπάνω: «Ήταν μια μαγική βραδιά και οι άνθρωποι που τότε

διοικούσαν εκμεταλλεύτηκαν και αξιοποίησαν άψογα το χρυσό».

Στο τουρνουά Ακρόπολις, που προηγήθηκε, ήταν στις εξέδρες με μια φίλη του που

τον ρώτησε πότε θα πάει ο ίδιος στην Εθνική. Τότε γέλασε, αλλά δύο χρόνια

αργότερα δέχτηκε την πρώτη του κλήση και πλέον είναι και ο αρχηγός της.

Ο προπονητής που τον «σημάδεψε» παραδέχεται πως είναι ο Γιάννης Ιωαννίδης, ενώ

δεν έχει βγάλει ακόμα το ΝΒΑ από το μυαλό του: «Θέλω μόνο να με έχει ο Θεός

καλά και να μου δώσει δύναμη να ξαναδοκιμάσω. Ήμουν άτυχος όταν πήγα στους

Νιου Γιορκ Νικς, γιατί έπεσα στο λοκ άουτ· ενώ όταν με ξανακάλεσαν, δεν

μπορούσα να πάω, αφού είχα υποχρεώσεις με τον Ολυμπιακό».