ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Οι πραγματικές αιτίες για την ύφεση που πλήττει την Ευρωπαϊκή Ενωση

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 18/11/2011 20:00 |
Κρίση και κοινωνικό κράτος

Το μείγμα της περιοριστικής κοινωνικο-οικονομικής πολιτικής και της απελευθέρωσης των αγορών που εφαρμόζεται στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης θεωρεί το κοινωνικό κράτος ως παραγωγό δαπανών που επιβάλλεται επιστημονικά και πολιτικά εσφαλμένα να μειωθεί η εξέλιξή τους. Κι αυτό γιατί το κοινωνικό κράτος, ορθά κατά την άποψή μας, αποτελεί θεσμό μεταφοράς πόρων από γενεά σε γενεά και ως εκ τούτου οι συντάξεις και τα επιδόματα δεν υπολογίζονται, εθνικολογιστικά, στο εθνικό εισόδημα εφόσον υπολογίζονται σ' αυτό οι καταβαλλόμενες εισφορές στο παρελθόν. Αντίθετα όμως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η κυβέρνηση και η τρόικα γενικότερα, επιδιώκουν τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος και χρέους, μεταξύ των άλλων, με τη μείωση των μισθών, των συντάξεων, των κοινωνικών δαπανών και τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους.
Η επιλογή αυτή αποδίδεται εσφαλμένα στην ύπαρξη κοινωνικού κράτους που διαμέσου των κοινωνικών δαπανών βυθίζει την οικονομία σε δημοσιονομική κρίση. Ομως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πράγματι, οι χώρες που έχουν αδύναμο κοινωνικό κράτος πλήττονται περισσότερο από την κρίση σε σύγκριση με τις χώρες που έχουν ισχυρότερο κοινωνικό κράτος. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η θετική πορεία της οικονομίας σχετίζεται με την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους και όχι το αντίστροφο. Αυτό σημαίνει ότι η παρατηρούμενη κρίση του ευρώ δεν σχετίζεται με τη βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους.
Ομως παρ' όλα αυτά η Πράσινη Βίβλος (2011) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά συστήματα αναφέρεται κυρίως, μεταξύ των άλλων, στη διαπίστωση των νέων προκλήσεων της οικονομικής κρίσης με βασική κατεύθυνση την «προσαρμογή της εκάστοτε ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής» από τα κράτη-μέλη στην άσκηση της συνταξιοδοτικής πολιτικής.

Με άλλα λόγια, η κατεύθυνση αυτή σημαίνει ότι εάν ένα συνταξιοδοτικό σύστημα στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι οικονομικά βιώσιμο, τότε θα πρέπει να εφαρμοστούν μέτρα, όπως η αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, η μείωση των συντάξεων και των άλλων κοινωνικών παροχών ή ένας συνδυασμός και των δύο. Οι κατευθύνσεις αυτές έχουν ήδη ενσωματωθεί στην κοινωνικο-ασφαλιστική νομοθεσία των κρατών-μελών, όπως και στην Ελλάδα (Μνημόνιο 1 και Μνημόνιο 2) με αποτέλεσμα την άμεση μείωση των συντάξεων (κύρια, επικουρική, εφάπαξ) αλλά και τη μεσο-μακροπρόθεσμη, αφού όπως προβλέπεται (Ν. 3863/10) την περίοδο 2001-2060, οι δαπάνες συντάξεων δεν θα πρέπει να υπερβούν τις 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τη στιγμή που την περίοδο αυτή ο αριθμός των συνταξιούχων στη χώρα μας θα αυξηθεί κατά 70%.
Ομως, η επιστημονική έρευνα στην Ελλάδα και την Ευρώπη έχει αποδείξει ότι η διαχειριστική και περιοριστική αυτή προσέγγιση αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις πολύπλευρες διαστάσεις της μακροχρόνιας οικονομικής βιωσιμότητας και κοινωνικής αποτελεσματικότητας του κοινωνικού κράτους. Και τούτο γιατί η εφαρμοζόμενη κοινωνικο-ασφαλιστική πολιτική εμπεριέχει ένα σοβαρό γενετικό λάθος στη σύλληψη, στα μέσα και τους στόχους, το οποίο συνίσταται στον εσφαλμένο ορισμό του προβλήματος. Πράγματι, το πρόβλημα στην κοινωνική αποτελεσματικότητα και στην οικονομική βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα και την Ευρώπη δεν είναι, για παράδειγμα, το προσδόκιμο ζωής, το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης, το ύψος των κοινωνικών δαπανών κ.λπ. Το πρόβλημα είναι η παρατεταμένη οικονομική κρίση και ύφεση, η απουσία δυναμικής ανάπτυξης, οι πτωτικές εξελίξεις της απασχόλησης και οι αυξητικές της ανεργίας, η ανισοκατανομή του εισοδήματος κ.λπ.
Ετσι, οι νομοθετικές παρεμβάσεις που συντελέσθηκαν τα τελευταία 20 χρόνια (1990-2008) στην Ελλάδα και στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, παρά τη μείωση του επιπέδου των συντάξεων από 7% έως 20%, δεν κατόρθωσαν να «θωρακίσουν» την οικονομική κατάσταση των κοινωνικο-ασφαλιστικών συστημάτων ενόψει των νέων δεδομένων και προκλήσεων της οικονομικής κρίσης και ύφεσης.

Επιπρόσθετα, η οικονομική κρίση και ύφεση, η μείωση των μισθών, η αύξηση της ανεργίας, η γήρανση του πληθυσμού, η απομείωση των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου που κατέχουν κατά 50% τα ασφαλιστικά ταμεία, η εισφοροδιαφυγή κ.λπ. περισφίγγουν απειλητικά την οικονομική κατάσταση του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα και στα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Παράλληλα, η εφαρμοζόμενη κοινωνική πολιτική χαρακτηρίζεται από την ενισχυτική και αναποτελεσματική οικονομικά και κοινωνικά επανάληψη των περιοριστικών πολιτικών της τελευταίας εικοσαετίας στην κατεύθυνση κυρίως: της μείωσης των συντάξεων, της μεταβίβασης σημαντικών βαρών στις νέες γενεές, της μεταμόρφωσης του χαρακτήρα των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης από διανεμητικά σε κεφαλαιοποιητικά και της διεύρυνσης της εμπορευματοποίησης των δημόσιων και κοινωνικών υπηρεσιών με την ανάληψη της χρηματοδότησης από τους χρήστες με την αύξηση των ιδιωτικών δαπανών των νοικοκυριών.
Ο Σάββας Γ. Ρομπόλης είναι καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ