Πρώτα απ’ όλα μη χαίρεστε. Ο λόγος που αναφέρομαι σήμερα στη στήλη που έγραψε αυτό το Σαββατοκύριακο ο Σάιμον Κούπερ στους «Financial Times» δεν είναι για να σας πω αυτό που ανακοίνωσε εκείνος: ότι ύστερα από 24 χρόνια που κρατά αυτή τη στήλη στη συγκεκριμένη εφημερίδα, αυτή ήταν η τελευταία του. Θα συνεχίσει βέβαια να γράφει πιο ερευνητικά θέματα, αυτό που στη δημοσιογραφική γλώσσα λέμε features, τα οποία θα ψάχνει βαθύτερα, κάτι που ακούγεται σχεδόν τρομακτικό, αφού μέχρι τώρα συμπύκνωνε ατελείωτες σελίδες έρευνας σε 740 λέξεις και μετά περνούσε ώρες για να επαληθεύσει αυτά που είχε γράψει, προτού στείλει το κομμάτι του στην εφημερίδα για να περάσει από νέα επαλήθευση.
Γι’ άλλους λόγους, όμως, έπιασα σήμερα τον Κούπερ στο πληκτρολόγιό μου. Πρώτον, επειδή είναι από τους αγαπημένους μου γραφιάδες, πάντα πρωτότυπος και πάντα ενδιαφέρων. Οπως γράφει, το μυστικό του είναι ότι ξεκινά πάντα με μια ιδέα ή μια σκέψη που είναι καινούργια για τους αναγνώστες και μπορεί να εξαντληθεί σε μια φράση: για παράδειγμα, ότι η προσωπικότητα MAGAνθρώπων όπως ο Πίτερ Τιλ ή ο Ιλον Μασκ διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ όπου πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια.
Δεύτερον, επειδή δεν διστάζει να μιλήσει για τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Τον κατηγορούν, λέει, πολλοί αναγνώστες για διάφορα πράγματα, όπως ότι λέει ψέματα, είτε με εντολή του διευθυντή των «FT» ή διαφημιστών είτε στο πλαίσιο κάποιας πιο σύνθετης συνωμοσίας. Αλλά το έχει συνηθίσει, ιδίως από τότε που εξελέγη για πρώτη φορά πρόεδρος ο Τραμπ, και συνεχίζει να γράφει αυτά που πιστεύει. Αυτό που τον εκπλήσσει είναι άλλο. Οτι του καταλογίζουν μερικοί πως χρησιμοποιεί τη στήλη για να αποκομίσει πολιτικά οφέλη. Μα πώς μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο, αναρωτιέται, όταν η δημοσιογραφία δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα σήμερα, όταν τίποτα από αυτά που γράφονται για τον Τραμπ ή το διεθνές δίκαιο δεν έχει το παραμικρό αποτέλεσμα;
Ορισμένα από αυτά που γράφονται – προσθέτει – αποδεικνύονται μάλιστα αντιπαραγωγικά: πολλοί οδηγούνται από αντίδραση να πιστέψουν τα αντίθετα από αυτά που λένε τα «μέσα ενημέρωσης».
Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση της MRB τον Τύπο τον εμπιστεύεται μόλις το 30% των πολιτών (ένα ποσοστό μάλιστα που εμφανίζεται αυξημένο σε σχέση με προηγούμενες έρευνες) και όπου οι κυβερνήσεις αντιμετώπιζαν ανέκαθεν τη δημοσιογραφική κριτική ως υποκινούμενη (με τον σημερινό Πρωθυπουργό να κατηγορεί τα ΜΜΕ ότι ασχολούνται με θέματα όπως οι υποκλοπές και δεν δίνουν έμφαση στα ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες), η αίσθηση ματαιότητας είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Αλλά δεν μασάμε. Και δεν τα παρατάμε. Γιατί όπως λέει κι ο Σάιμον Κούπερ, η δημοσιογραφία είναι γοητευτική, είναι μια αμειβόμενη αυτοδιδασκαλία και είναι μια μορφή μαρτυρίας.








