Η Μαίρη Λίντα που μας άφησε για πάντα αυτές τις μέρες θα μπορούσε να διαβαστεί και πέραν των στενών ορίων του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ. Και αυτό αφού η δική της εποχή – κυρίως στα χρόνια της με τον Χιώτη – συνδέθηκε και ταυτίστηκε με την άνοδο τριών πραγμάτων: Του λαϊκού κινηματογράφου, της κοινωνικής κινητικότητας και της στροφής που πήρε το μαζικό λαϊκό τραγούδι. Και στα τρία πρωτοπόρος στάθηκε ο Χιώτης, αυτός ο ιδιοφυής σολίστ. Σχηματικά λένε πως έφερε το μπουζούκι στα σαλόνια πράγμα όχι ακριβές.
Βασικά μετεξέλιξε τον λαϊκό ήχο όταν εκείνος είχε φτάσει στα όριά του ήδη με το τέλος του ρεμπέτικου τραγουδιού. Σε αυτό προσέθεσε ένα είδος θεάματος, πρελούδιο του οποίου υπήρξε ο Τσιτσάνης με τη Νίνου. Και το θέαμα αυτό μπόρεσε να συγκεράσει πολλούς κόσμους. Τα μεσοαστικά στρώματα, τις ελίτ και τον λαϊκό κόσμο στα κέντρα ή στο σινεμά του Στράντζαλη, του Σακελλάριου, του Πρετεντέρη. Η Λίντα με πορεία πριν απ’ τον Χιώτη – ξεκίνησε με τον Τσιτσάνη ενώ ανάποδα η Νίνου ξεκίνησε με τον Χιώτη – και με πορεία μετά από εκείνον δεν είναι τυχαίο ότι επιλέχθηκε από κορυφαίους δημιουργούς όπως ο Μίκης Θεοδωράκης για να πει μεγάλα τραγούδια του ’60. Λόγω χρώματος και λόγω ικανοτήτων όμως επειδή είπαμε σε αυτό το σημείωμα να μιλήσουμε και λίγο εκτός καλλιτεχνικών ορίων, η Λίντα υπήρξε μία γυναίκα που κατάφερε με μεγάλες δυσκολίες και δοκιμασίες να αντέξει πάνω στο πάλκο το οποίο ας μην ξεχνάμε πως για τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες υπήρξε ανδρογενές.
Δεν ήταν συμπλήρωμα του Χιώτη. Δεν ήταν συμπλήρωμα των λαϊκών ορχηστρών ούτε απλώς μία μπριόζα ωραία γυναίκα που τα έλεγε καλά. Ανήκει σε εκείνη τη χορεία γυναικών όπως η Καίτη Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Γιώτα Λύδια, η Νίνου, η Μπέλλου που κατάφεραν να επιβάλλουν τον ρόλο της γυναίκας ως δομικό στοιχείο της ορχήστρας, του θεάματος και της ίδιας της έκφρασης της λαϊκής μουσικής.
Υπό αυτό το πρίσμα δεν αφήνει απλώς μεγάλα τραγούδια και σπουδαίες ερμηνείες που είναι δύσκολο να τις μιμηθεί κάποιος – ακόμη και αυτόν τον φρέσκο ήχο του που μοιάζει τόσο σημερινός ή και τόσο μελλοντικός σε σχέση με αυτά που γράφονται. Αφήνει και την εικόνα μιας γυναίκας που κατορθώνει να αναδειχθεί, να κυριαρχήσει σε ένα δυσμενές και δύσκολο περιβάλλον νυχτερινό και όχι μόνον. Και την ίδια στιγμή να διατηρεί την ευαισθησία της. Κάτι βιωματικό: με τη Λίντα κάναμε μερικές συνεντεύξεις. Η τελευταία ήταν μέσα από το Γηροκομείο Αθηνών. Τη χρωστώ στον στιχουργό Γιάννη Τζουανόπουλο. Μέσα στο δωμάτιό της είχε μία φωτογραφία από τη «Σπηλιά του Παρασκευά» που ποζάρει πλάι στην Κάλλας και την Γκρέις. Τα χρόνια εκείνα δεν ήταν μόνο χρόνια πρωτοποριακής λαϊκής μουσικής. Ηταν και αληθινής κοσμικότητας.








