Στο βιβλίο του «Φαντασιακές κοινότητες» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη 1997, μτφρ. Ποθητή Χαντζαρούλα), ο πολιτικός επιστήμονας Μπένεντικτ Αντερσον (1936-2015), αναφέρεται στην εφημερίδα ως συγκροτητικό αντικείμενο για μια κοινότητα, ενίοτε τόσο μεγάλη όσο το έθνος. Εκατομμύρια άνθρωποι διαβάζουν την ίδια εφημερίδα το ίδιο πρωί, δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, αλλά γνωρίζουν πως κι άλλοι διαβάζουν τα ίδια πράγματα στις ίδιες σελίδες με αυτούς.

Αυτή η μαζική, καθημερινή τελετουργία, η ανάγνωση της εφημερίδας – υποκατάστατο της πρωινής προσευχής κατά τον Χέγκελ – αν και απολύτως ιδιωτική, ήταν καθολική για τις κοινωνίες. Γράφει ο Αντερσον: «Ο αναγνώστης της εφημερίδας, βλέποντας ακριβή αντίτυπα της δικής του εφημερίδας να διαβάζονται από τους συνεπιβάτες του στο μετρό, από τους γείτονές του στο κουρείο ή στη γειτονιά όπου κατοικεί, διαβεβαιώνεται διαρκώς ότι ο φαντασιακός κόσμος είναι ορατά ριζωμένος στην καθημερινή ζωή».

Σκεφτόμενοι σήμερα τις αναλογίες του Αντερσον για την εφημερίδα, το ενδιαφέρον είναι πως τα πάντα πλέον είναι προσβάσιμα σε όλους, ανά πάσα ώρα και στιγμή, αλλά σχεδόν ποτέ δεν ξέρουμε αν και άλλοι κάνουν τα ίδια πράγματα με εμάς την ίδια στιγμή. Το Μουντιάλ ως ολότητα και φυσικά ο τελικός του εκάστοτε Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου αποτελεί εξαίρεση.

Κάθε τέσσερα χρόνια με το Μουντιάλ, τους Ολυμπιακούς Αγώνες, το Ευρωπαϊκό Κύπελλο Ποδοσφαίρου ή κάθε χρόνο με τον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Γιουροβίζιον, οι κοινωνίες μπορούν να ισχυριστούν ότι καταναλώνουν αυτά τα γεγονότα, αυτά τα θεάματα την ίδια στιγμή. Είναι λίγα από τα ελάχιστα εναπομείναντα πολιτισμικά γεγονότα που υπερβαίνουν την εξατομικευμένη, αλγοριθμικώς σχεδιασμένη σύγχρονη εμπειρία και επίσης δεν καταναλώνονται κατά παραγγελία. Φυσικά μπορεί κανείς να δει και εκ των υστέρων τους αγώνες ή τους τελικούς, αλλά η εμπειρία της ταυτόχρονης παρακολούθησης την ώρα που συμβαίνει το γεγονός είναι κάτι διαφορετικό από την απλή θέαση.

Βέβαια δεν υπονοούμε εδώ ότι δεν χτίζονται κοινότητες πια όπως τις εννοούσε ο Αντερσον. Αλλωστε αυτός δεν μίλαγε για πολιτισμό, αλλά για εθνική συγκρότηση. Προσφέρεται όμως για να σκεφτούμε τη σπανιότητα πλέον των συγχρονισμένων εμπειριών. Φυσικά και χτίζονται κοινότητες και σήμερα, απλώς είναι πιο πολυδιασπασμένες και κατακερματισμένες. Επιπλέον ο ψηφιακός πολιτισμός που καθιστά τα πάντα προσβάσιμα στο διηνεκές, καθιστά συγχρόνως όλο και πιο σπάνιες τις εμπειρίες που διακρίνονται από κοινές χρονικότητες.

Τα πολιτισμικά προϊόντα και γεγονότα, όπως μια ταινία, μια τηλεοπτική σειρά, ένα νέο μουσικό άλμπουμ ή ακόμα και οι ειδήσεις, όλο και πιο σπάνια αποτελούν γεγονότα που βιώνονται ταυτόχρονα και συλλογικά. Μεταμορφώθηκαν περισσότερο σε περιεχόμενο που καταναλώνεται κατά παραγγελία. Σαν η ασυγχρονία να είναι πλέον η προεπιλεγμένη ρύθμιση για την πολιτισμική κατανάλωση.

Περπατάς στον δρόμο και δεν μπορείς να φανταστείς ούτε κατά διάνοια, πώς ψυχαγωγήθηκε ο διπλανός σου το προηγούμενο βράδυ. Δεν μπορείς να σκεφτείς επ’ ουδενί ποια από τις εκατομμύρια διαθέσιμες σειρές και ταινίες είδε, ποια πλατφόρμα χρησιμοποίησε για να τις δει, τι μουσική άκουσε και από πού ή αν ακούει καν. Δεν μπορείς καν να θεωρήσεις δεδομένο ότι αντίκρισε τις ίδιες ειδήσεις με εσένα. Ο καθένας είναι εν πολλοίς κοινωνός του εαυτού του και του εξατομικευμένου μικρόκοσμου του.

Επαναφορά

Το Μουντιάλ έρχεται να επαναφέρει με το τελετουργικό της ταυτόχρονης παρακολούθησής του από εκατομμύρια ανθρώπους την εμπειρία που διαπερνά η κοινή χρονικότητα και ενεργοποιεί ξανά φαντασιακές κοινότητες. Ολη αυτή η πολιτιστική μετατόπιση και το Μουντιάλ ως μνημείο του κοινού χρόνου εγγράφεται στη γενικότερη μεταβολή του τρόπου οργάνωσης του κοινωνικού χρόνου, του χρόνου κατανάλωσης πολιτισμικών προϊόντων.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο 20ός αιώνας χαρακτηρίστηκε από την επικράτηση μέσων που λειτουργούσαν και λειτουργούν με πρόγραμμα: πρωινές και απογευματινές εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση, ενώ ο 21ος αιώνας ήδη χαρακτηρίζεται από την επικράτηση μέσων και οντοτήτων (πλατφορμών) που λειτουργούν με καταλόγους περιεχομένου, προσφερόμενου προς κατανάλωση, ανά πάσα στιγμή.

Ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου είναι ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα πράγματα που εξακολουθούν να ανήκουν και να δομούνται στον κόσμο του προγράμματος, παρά την κατακρήμνιση της γραμμικής θέασης. Δεν μπορείς να δεις τον τελικό όταν σε βολεύει, αν θες να βιώσεις την εμπειρία της κοινής ταυτόχρονης θέασης. Το ίδιο συμβαίνει και με τα άλλα παραδείγματα τηλεοπτικών γεγονότων που αναφέραμε προηγουμένως.

Θα είχε ενδιαφέρον, πέρα από την καταγραφή των τηλεθεάσεων των γεγονότων αυτών, να μετρηθεί και μέσα από τις πλατφόρμες φαγητού και τα στοιχεία που συγκεντρώνουν, τι τρώνε οι παρέες που σχηματίζονται γύρω από τις τηλεοράσεις, όταν «αρχίζει το ματς», όπως έκανε αντίστοιχα για τις βραδιές της Γιουροβίζιον η «Gravity The Newtons». Το τελετουργικό της κοινής θέασης του τελικού του Μουντιάλ διατηρείται ακέραιο εδώ και τόσες δεκαετίες. Σπίτι ή καφενείο, πίτσα και αναψυκτικά, γκολ και κοινή δόνηση. Το είχε τραγουδήσει και ο Λουκιανός Κηλαηδόνης: «Αρχίζει το ματς, αδειάσαν οι δρόμοι, η ώρα ζυγώνει, αρχίζει το ματς, ερήμωσε η πόλη, τρεχάτε κι αρχίζει το ματς».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail