«Για να καταλάβει κάποιος τι έγινε ακριβώς εκείνο το μοιραίο μεσημέρι της 5ης Μαΐου 2010, πρέπει να θυμηθεί τη συνολική εικόνα. Εκείνους τους μήνες που είχε σημειωθεί ο φονικός εμπρησμός στη Marfin είχαν υπάρξει συνολικά 500-600 παρόμοιες επιθέσεις, είτε κατά τη διάρκεια των δεκάδων κινητοποιήσεων λόγω των ασφυκτικών οικονομικών μέτρων είτε σε νυχτερινές επιδρομές.
Εκείνοι που επιτέθηκαν στο συγκεκριμένο τραπεζικό κατάστημα πραγματοποίησαν λίγο αργότερα τρεις εμπρησμούς σε δημόσια κτίρια, ευτυχώς χωρίς άλλες ανθρώπινες απώλειες.
Ισως να μην υπήρχαν αυτά τα δραματικά αποτελέσματα, εάν υπήρχαν καλύτερα μέτρα ασφαλείας – με εξόδους κινδύνου – της τράπεζας, αλλά και εάν ορισμένοι πολίτες δεν παρεμπόδιζαν οχήματα της Πυροσβεστικής να φθάσουν στο σημείο.
Η Αστυνομία κατέγραψε εκείνη τη μοιραία ημέρα φθορές σε τουλάχιστον 94 κτίρια και οχήματα στην ευρύτερη περιοχή, σε ένα μπαράζ πύρινων επιθέσεων και μαζικών καταστροφών, που είχε γίνει πλέον “ρουτίνα” στο κέντρο της Αθήνας, αφού χαρακτηριστικά το 2008, μετά την εν ψυχρώ δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, είχαν υπάρξει εκτεταμένες ζημιές σε 435 επιχειρήσεις – ανάμεσά τους 16 τράπεζες και 40 μεγάλα καταστήματα και εμπορικές αλυσίδες, από τα οποία 37 καταστράφηκαν ολοσχερώς. Αλλα 100 κτίρια παραδόθηκαν στις φλόγες – πάλι κυρίως στο κέντρο της πόλης – την περίοδο 2011-2012 σε εμπρηστικές επιθέσεις στη συνέχεια διαδηλώσεων αγανακτισμένων πολιτών.
Τότε λοιπόν η στάση της ΕΛ.ΑΣ., είτε στην αντιμετώπιση των βιαιοτήτων είτε στους σχηματισμούς δικογραφιών ήταν παθητική και ελλιπής. Για τον λόγο αυτό, η φονική επιδρομή στη Μarfin έμεινε ανεξιχνίαστη για πολλά χρόνια ή επιχειρήθηκε να κατηγορηθούν ορισμένα άτομα με προβληματικά στοιχεία».
Σε αυτές τις επισημάνσεις προχώρησε, μιλώντας στα «ΝΕΑ», υψηλόβαθμος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. λίγες ώρες μετά την άσκηση ποινικών διώξεων εναντίον των τριών ατόμων ύστερα από 16 χρόνια, με την επισήμανση ότι «εκείνες τις ημέρες της τρομακτικής αναστάτωσης μόνον η Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς είχε αναλάβει την ευθύνη για 100 τέτοιου είδους επιθέσεις και επιπλέον είχε βάλει βόμβες μέχρι και στην Πλατεία Συντάγματος και στη συγκέντρωση της ΝΔ στο Πεδίον του Αρεως»!
Συγκρούσεις και «μασκοφόροι»
Ταυτόχρονα, εμφανίζονταν δεκάδες οργανώσεις όπως οι «Κομάντος για τη Διάχυση του Χάους», «Αναρχικοί για την Καταστροφή του Υπάρχοντος», «Πυρήνας Αναρχικής Αμεσης Δράσης», που αναλάμβαναν ευθύνες επιθέσεων και άλλαζαν ονόματα, στο πλαίσιο εμπρηστικών επιθέσεων και συγκρούσεων με την Αστυνομία, που συνεχίζονταν για τουλάχιστον πέντε μήνες (από τον Δεκέμβριο του 2010 έως το πρώτο πεντάμηνο του 2011) για την κατασκευή του ΧΥΤΑ στην Κερατέα.
Για να συμπληρωθεί το «τοπίο» της εποχής σημειώνεται ότι εκείνον τον καιρό υπήρξαν και οι συλλήψεις των μελών του Επαναστατικού Αγώνα (που είχε κτυπήσει μέχρι και την πρεσβεία των ΗΠΑ), ενώ συνέχιζε τη δράση της η μη εξαρθρωμένη Σέχτα Επαναστατών με τη δολοφονία αστυνομικού και δημοσιογράφου. Λίγο καιρό μάλιστα μετά τη Marfin, εστάλη και το δέμα-βόμβα στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη που σκότωσε τον αστυνομικό Γιώργο Βασιλάκη, υπασπιστή του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, με αποτύπωμα του καταζητούμενου ποινικού Βασίλη Παλαιοκώστα που συνεργαζόταν πλέον με αναρχικούς.
Διαβάστε επίσης: Μιχάλης Χρυσοχοΐδης στα «ΝΕΑ»: Η υπόθεση της Marfin είναι «δεμένη»
Μέσα σε αυτήν την προβληματική, χαοτική κατάσταση για την ΕΛ.ΑΣ., όπως λένε σήμερα οι αστυνομικοί, επιχειρήθηκε η διαλεύκανση της υπόθεσης της Marfin με την αποσπασματική εξέταση περίπου 200 φωτογραφιών και βίντεο για τον εντοπισμό των δραστών, με το ενδιαφέρον τότε να εστιάζεται στην πορεία ενός ευρύτερου αναρχικού μπλοκ και κυρίως στην προσυγκέντρωση του Πολυτεχνείου, ώστε να διερευνηθεί εάν εκεί οι «μασκοφόροι» που χτύπησαν τη Marfin στη Σταδίου δεν είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά τους, χωρίς όμως επιτυχία.
Στους αστυνομικούς έφθασαν πληροφορίες ότι λίγα 24ωρα μετά τον τραγικό θάνατο των τριών υπαλλήλων της τράπεζας υπήρξε συνάντηση ομάδων αναρχικών (δεκάδες είχαν εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους) από τους οποίους ορισμένοι φέρεται να κατονόμασαν, ως δράστες, «αντιεξουσιαστές που συχνάζουν σε γνωστό στέκι των Εξαρχείων». Οι αστυνομικοί κατέγραψαν εκείνη την περίοδο και απόσπασμα της προκήρυξης της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς, η οποία αναφερόταν σε «ρουφιάνους των αμφιθεάτρων και των καφενείων».
Το μήνυμα και η δικογραφία
Τον Απρίλιο του 2011 συντάχθηκε δικογραφία κατά τριών ατόμων με βάση και τότε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που ανέφερε: «Είμαι ένας πολίτης, δεν θέλω να πω το όνομά μου και θέλω να πω μόνο ότι οι αναρχικοί από τα Εξάρχεια πάνε στην Κερατέα μολότοφ, για να πετάνε στους αστυνομικούς και στις φασαρίες που γίνονται με τον ΧΥΤΑ. Τρεις από αυτούς είναι οι (σ.σ.: μνημονεύονταν ονόματα, τηλέφωνα και διευθύνσεις) και είναι μπλεγμένοι στα επεισόδια στην Αθήνα, αυτοί πάνε πάντα. Ηταν και στο κάψιμο της Marfin στις 5 του Μάη, μπροστάρηδες…».
Τελικώς αυτά τα άτομα έπειτα από οκτώ ώρες κράτησης αφέθηκαν ελεύθεροι και τους ζητήθηκε να παρέχουν έγγραφες εξηγήσεις, χωρίς όμως οποιαδήποτε συνέχεια. Με τις ευθύνες να αποδίδονται σε έναν-δύο «επιπόλαιους» αστυνομικούς που σε διαφορετικές καταθέσεις τους εξέφραζαν με… βεβαιότητα την πεποίθησή τους για εμπλοκή διαφορετικών ατόμων!
Πέντε χρόνια αργότερα, το 2016, απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες – κρίθηκε ομόφωνα αθώος – ένας άλλος αντιεξουσιαστής που είχε κατηγορηθεί ως ένας εκ των εμπρηστών της Μarfin και ο οποίος δεν είναι στον τωρινό κύκλο κατηγορουμένων.
Την περίοδο 2019-2021 ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, στην τρίτη του θητεία στη Λεωφόρο Κατεχάκη, ζήτησε την επανεξέταση της δικογραφίας. Αναζητήθηκαν νέο οπτικό υλικό καθώς και το καταγραφικό της τράπεζας, ενώ υπήρξε και σύγκριση φωτογραφιών. Ετσι το 2023 σχηματίσθηκε μία δικογραφία με συνολικά τέσσερα ύποπτα άτομα, με κύριο ενδιαφέρον στον «ψηλό με το χακί καπέλο και το μαύρο μαντίλι», αλλά και «την κοπέλα με την ξανθιά κοτσίδα» που εικονίζονταν στην ομάδα των εμπρηστών.
Ως «ψηλός δράστης» σε εκείνη τη δικογραφία είχε θεωρηθεί – χωρίς ορθότητα – ένας αντιεξουσιαστής που είχε καταγραφεί παλαιότερα, χωρίς αποδείξεις και ως μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς. Ομως και σε εκείνον τον δικαστικό φάκελο είχε προσδιορισθεί ότι η γυναίκα που αποτυπώνεται στο οπτικό υλικό είναι η 46χρονη που κατηγορείται τώρα και αναμένεται η έκδοσή της από τη Βρετανία.
Ωστόσο, η έρευνα έλαβε την τελική μορφή της το 2024, όταν με την επιστροφή Χρυσοχοΐδη στην Κατεχάκη, ζητήθηκε με εσωτερικό έγγραφο από όλες τις υπηρεσίες ασφαλείας να συνεισφέρουν με οπτικό υλικό που έχουν στα αρχεία τους.
Ετσι στην «τράπεζα» συγκριτικών δεδομένων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών εντάχθηκε «ξεχασμένος» σκληρός δίσκος που είχε κατασχεθεί τον Σεπτέμβριο του 2020 σε σπίτι πρώην συνεργού του Βασίλη Παλαιοκώστα στο Κουκάκι. Εκεί εντοπίστηκαν και οι φωτογραφίες διακοπών το καλοκαίρι του 2009 (λίγους μήνες δηλαδή πριν από τη Μarfin) της συντρόφου του με τους τρεις μέχρι τώρα κατηγορούμενους στις οποίες έχουν τον ίδιο εξοπλισμό (σακίδια κ.λπ.) με αυτόν που είχαν μαζί τους όταν κατέκαψαν την τράπεζα.
Την έρευνα ανέλαβε η νέα Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Ερευνας και Ανάλυσης (ΥΨΕΕΑ) των Εγκληματολογικών Εργαστηρίων της ΕΛ.ΑΣ. που πραγματοποιεί ετησίως 4.000 εξετάσεις οπτικού υλικού και εξ αυτών ταυτοποίησε το 2025, 200 άτομα. Στο πόρισμα που συντάχθηκε στηρίχθηκαν οι τωρινές διώξεις καθώς υπήρξε ταύτιση των δύο 42χρονων συλληφθέντων, ενώ για τη 46χρονη υπάρχει μικρό ποσοστό επιφύλαξης.








